|
|
|
Η
"ανασύνθεση της αριστεράς" και το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας
Εισαγωγή
Η υπόθεση
της "ανασύνθεσης της αριστεράς" απασχολεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι
της οργανωμένης και μη πρωτοπορίας σε όλο τον πλανήτη, περνώντας μέσα
από συμμαχίες, ενοποιήσεις και κυρίως μια τεράστια συζήτηση, με μπόλικο
μελάνι να ξοδεύεται σε αυτή την κατεύθυνση. Τα ιδιαίτερα στοιχεία κάθε
χώρας δίνουν σ' αυτό το εγχείρημα μια μεγάλη ποικιλία προσεγγίσεων. Στην
Ελλάδα τρεις ομαδοποιήσεις -αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους- επιχειρούν
να υλοποιήσουν την παγκόσμια τάση της ανασύνθεσης. Πρώτη η πρωτοβουλία
με τη συμμετοχή του ευρύτερου χώρου γύρω από τις οργανωμένες δυνάμεις
της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, του Δικτύου, των Συσπειρώσεων, των Δρόμων, της ΑΡΑΣ
κλπ., επιχειρεί ίσως την πιο αυθεντική προσπάθεια στην Ελλάδα. Το ΜΕ.Ρ.Α.
απ' την άλλη, ίσως δεν θεωρεί τον εαυτό του μέρος αυτής της κατάστασης,
αναμφισβήτητα όμως μπορεί να εξεταστεί μόνο σε αυτά τα πλαίσια της "νέας
ριζοσπαστικής αριστεράς". Το ΣΕΚ με τη διάλυσή της οργάνωσής του
στις… καμπάνιες του επιχειρεί να πραγματοποιήσει τις πρόσφατες πρακτικές
του αγγλικού SWP, αναζητώντας τους εταίρους της "ανασύνθεσης"
στο ΣΥΝ, την ΑΚΟΑ και -γιατί όχι- στη νεολαία ΠΑΣΟΚ. Μια σειρά τέλος από
άλλες ομαδοποιήσεις ή ανεξάρτητοι αγωνιστές κινούνται στα πλαίσια που
καθορίζουν αυτές οι τρεις συνιστώσες, ψάχνοντας για έναν εναλλακτικό δρόμο
για την ανασύνθεση στην Ελλάδα.
Εμείς θα προσεγγίσουμε το ζήτημα μέσα από τα όσα συμβαίνουν στην όχι μακρινή
Μεγάλη Βρετανία και αφορμή γι αυτό στάθηκε ένα άρθρο. Στο φύλλο 56 του
περιοδικού Σπάρτακος δημοσιεύεται ένα κείμενο με τίτλο "Σκωτία: ένα
νέο κόμμα για το σοσιαλισμό: το SSP". Το άρθρο το υπογράφουν οι Frances
Curran και Murray Smith, οι οποίοι είναι οι υπεύθυνοι διεθνών σχέσεων
του Σκωτσέζικου Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΣΣΚ). Και με το κείμενο αυτό το
ΣΣΚ αυτοπαρουσιάζεται στην παγκόσμια αριστερά. Το ίδιο το άρθρο είναι
εξαιρετικά χρήσιμο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Επιλέξαμε αυτό το κείμενο
εξαιτίας μιας σειράς λόγων. Ο πρώτος είναι πως το ΣΣΚ πρόκειται για μια
από τις πιο πετυχημένες απόπειρες "ανασύνθεσης" από την άποψη
μαζικότητας, και αυτό το καθιστά παράδειγμα προς μίμηση. Στην υπόλοιπη
Μεγάλη Βρετανία σε αυτή την προσπάθεια έχουν συγκροτηθεί σε περιφερειακό
επίπεδο οι λεγόμενες Σοσιαλιστικές Συμμαχίες (ΣΣ) με ανάλογο προσανατολισμό,
μια προσπάθεια στην οποία απασχολείται το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι συγκριτικά με τις υπόλοιπες οργανώσεις και
σχήματα που επικαλούνται την ανασύνθεση, το ΣΣΚ θεωρείται γενικά σαν το
αριστερότερο και σαν τέτοιο αποτελεί σημείο αναφοράς για την άκρα αριστερά
και έξω από τη Βρετανία. Τρίτος και τελευταίος λόγος είναι ότι στο σχηματισμό
του αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν τροτσκιστικές ή τροτσκίζουσες οργανώσεις.
Στόχος του άρθρου όμως δεν είναι μια πολεμική στο ΣΣΚ, αλλά, με αφορμή
την εξέτασή του, μια συνολικότερη τοποθέτηση στο φαινόμενο της ανασύνθεσης
της αριστεράς.
Οι
ήττες της εργατική τάξη και η "αστικοποίηση" των σοσιαλδημοκρατικών
κομμάτων
Η αναγκαιότητα
να προχωρήσουμε στην "ανασύνθεση" της αριστεράς έχει συνδεθεί
από τους εμπνευστές αυτής της διαδικασίας με δύο πράγματα: αφενός με τις
ήττες που έχει υποστεί η εργατική τάξη μέσα στις δύο τελευταίες δεκαετίες
και τη μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος του κεφαλαίου και
αφετέρου με τη μετεξέλιξη του χαρακτήρα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων,
που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην κυβέρνηση στις περισσότερες χώρες της
Ευρώπης. Οι ίδιοι οι συγγραφείς του κειμένου το παραδέχονται σε μια επιγραμματική
φράση: "Στην αριστερά ενισχυόταν η άποψη ότι θα έπρεπε να προβληθεί
μια σοσιαλιστική εναλλακτική λύση στο Νέο Εργατικό Κόμμα του Μπλερ".
Αυτή η άποψη είναι πλέον τόσο διαδεδομένη που έστω και να διανοηθεί κανείς
να την αντικρούσει θα θεωρηθεί εκτός πραγματικότητας. Ή και κάτι χειρότερο.
Ακόμη και οργανώσεις που είχαν παραδοσιακά την επιλογή του εισοδισμού
στη σοσιαλδημοκρατία θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να καρπωθούν από τη φθορά
του ρεφορμισμού, σήμερα όχι μόνον έχουν εγκαταλείψει αυτή την τακτική,
αλλά επιπλέον είναι απόλυτα πεπεισμένοι για την μετεξέλιξη αυτών των κομμάτων
σε αστικά (βλ. τάση Μίλιταντ, νυν Σοσιαλιστικό Κόμμα). Και μάλιστα, τα
γεγονότα φαίνεται να επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. Στην Μ. Βρετανία, το
Εργατικό Κόμμα βγήκε στην κυβέρνηση μετά από μια σκληρή μάχη της "δεξιάς"
πτέρυγας με την "αριστερή", κατά την οποία, οτιδήποτε είχε την
παραμικρή σχέση με τον ακατανόμαστο... (σοσιαλισμό) πετάχτηκε στα σκουπίδια
για να μην ξαναδεί το φως της ημέρας. Έτσι, η ανασύνθεση είναι σήμερα
αναγκαία, σύμφωνα με τους οπαδούς αυτής της άποψης, επειδή η εργατική
τάξη υφίσταται τη μία ήττα μετά την άλλη, ενώ η σοσιαλδημοκρατία όχι μόνο
είναι ανίκανη να βάλει φρένο σ' αυτή τη διαδικασία, αλλά πολύ περισσότερο,
είναι αυτή που διεξάγει τις επιθέσεις ενάντια στους εργαζόμενους, έχοντας
μπει οριστικά, απ' ότι φαίνεται, στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου.
Η ουσία της πολιτικής της ανασύνθεσης είναι "επιτέλους, χρειαζόμαστε
ένα κόμμα των αγώνων, ένα κόμμα που δεν θα ξεπουλάει τους αγώνες των εργαζομένων
ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, στις αλλαγές των εργασιακών σχέσεων κτλ.
ένα κόμμα που θα παλεύει μαζί με τους εργαζόμενους, για δουλειά, καλύτερες
συνθήκες ζωής, ενάντια στο ρατσισμό, κτλ.
Ο στόχος που θέτουν οι "οπαδοί" της ανασύνθεσης είναι συνέπεια
της ανάλυσης που κάνουν για την κατάσταση, και η οποία, κατά τη γνώμη
μας, είναι βαθιά προβληματική. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι τα σοσιαλδημοκρατικά
κόμματα δεν έχουν πλέον καμία σχέση με τον παλιό "καλό" εαυτό
τους, ότι όχι μόνο δεν υπερασπίζουν πλέον έστω και στοιχειωδώς τα συμφέροντα
των εργαζομένων αλλά έχουν γίνει τοποτηρητές και πράκτορες του κεφαλαίου
και επιπλέον στις περισσότερες περιπτώσεις τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα
απ' ότι τα παραδοσιακά κόμματα της αστικής τάξης. Το πρόβλημα δεν είναι
αν οι οργανώσεις αυτές κάνουν μια λίγο πολύ σωστή περιγραφή της κατάστασης.
Το πρόβλημα είναι τι υπονοεί η άποψη αυτή. Η άποψη αυτή λίγο-πολύ λέει
ότι υπήρχε μια εποχή που η σοσιαλδημοκρατία μπορεί μεν να μην ήταν επαναστατική
αλλά τουλάχιστον υποστήριζε τους εργάτες.
Νομίζουμε ότι εδώ οι "ανασυνθεσιακοί" έχουν λίγο μπερδέψει τα
πράγματα. Εμείς, μέχρι τώρα τουλάχιστον, είχαμε την εντύπωση ότι η άποψη
του τροτσκισμού ήταν ότι η σοσιαλδημοκρατία υπεράσπιζε όχι τα συμφέροντα
των εργαζομένων αλλά της αστικής τάξης. Τουλάχιστον από το 1914 και μετά,
οι οργανώσεις που είχαν αναφορά στον Λένιν και τον Τρότσκυ το είχαν λυμένο
αυτό το ζήτημα. Πως γίνεται λοιπόν να μαθαίνουμε σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα
μετά, ότι η σοσιαλδημοκρατία υπεράσπιζε τους εργατικούς αγώνες; Και ποια
ήταν εκείνη η "χρυσή" περίοδος που η σοσιαλδημοκρατία στην κυβέρνηση
υπεράσπιζε τους εργάτες; Σύμφωνα λοιπόν με τους οπαδούς της άποψης αυτής,
ήταν η πρώτη μεταπολεμική περίοδος, τα χρόνια μετά το 1945, όταν οικοδομήθηκε
το "κράτος προνοίας" στην Ευρώπη, το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων
ανέβηκε, όταν έγιναν εθνικοποιήσεις και με δυο λόγια, στο συσχετισμό δυνάμεων
ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία, η Εργασία ενισχύθηκε σημαντικά.
Εμείς διαφωνούμε κάθετα όχι μόνο με την ερμηνεία των γεγονότων, αλλά και
με τα γεγονότα αυτά καθαυτά. Κατ' αρχάς είναι λάθος ότι το αποκαλούμενο
"κράτος προνοίας" ήταν δημιούργημα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων
που βρέθηκαν στην κυβέρνηση μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ας δούμε τι
λένε πάνω στο ζήτημα αυτό οι συγγραφείς του βιβλίου Capitalism Since 1945,
ενός βιβλίου που θεωρήθηκε και εξακολουθεί να θεωρείται εξαιρετικά σημαντικό
στους μαρξιστικούς κύκλους:
"Η αρχή [του κράτους προνοίας] δεν ήταν εφεύρεση του '40 ούτε η πρακτική
ήταν καινοτομία του '50. Ευρείας κλίμακας κοινωνικής ασφάλιση -που να
καλύπτει ασθένεια, ατυχήματα και συντάξεις- εισήχθη στη Γερμανία κατά
τη δεκαετία του 1880 ύστερα από την ανακοίνωση του Κάιζερ, που ήταν εμπνευσμένη
από τον Μπίσμαρκ, ότι "η θεραπεία των κοινωνικών προβλημάτων πρέπει
να αναζητηθεί όχι μόνο στην καταστολή των υπερβολών της Σοσιαλδημοκρατίας,
αλλά ταυτόχρονα στη θετική προώθηση της πρόνοιας για τις εργαζόμενες μάζες".
Το πρώτο κρατικό πρόγραμμα επιδομάτων ανεργίας εισήχθη στη Μ. Βρετανία
από την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων το 1911 με στάνταρ ποσοστά συνεισφορών
από εργοδότες, εργαζόμενους και κράτος. Μία μικρή σύνταξη ανεξάρτητη ενσήμων
το 1908 και κοινωνική περίθαλψη το 1911. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο
το επίδομα ανεργίας επεκτάθηκε και εισήχθη σύνταξη βασισμένη σε ένσημα.
Το 1930 εισήχθη στη Γαλλία ένα σχέδιο κοινωνικής ασφάλισης που κάλυπτε
συντάξεις, ασθένεια και οικογενειακά επιδόματα.
Παρ' όλο που δεν ήταν καινούργιο, το κράτος προνοίας επεκτάθηκε σε τεράστιο
βαθμό μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο... Αυτή η τεράστια επέκταση δεν πραγματοποιήθηκε
σε καμία περίπτωση μόνο από τις κυβερνήσεις της αριστεράς. Στις 7 πιο
σημαντικές χώρες οι μόνες περίοδοι κατά τις οποίες αριστερές κυβερνήσεις
ήταν στην κυβέρνηση μεταξύ του 1950 και του 1973 ήταν οι κυβερνήσεις του
Wilson στη Βρετανία (1964-70) και του Brandt στη Γερμανία (1970-73), ωστόσο
οι δαπάνες για την πρόνοια αυξήθηκαν υπό τους Macmillan, Adenauer, deGaulle,
Nixon, Kennedy, καθώς επίσης και υπό ορισμένων ιταλών και ακόμη και ιαπώνων
πρωθυπουργών της δεξιάς. Η αύξηση των δαπανών για την πρόνοια προχώρησε
με υψηλότερους ρυθμούς στη δεκαετία του '60 απ' ότι στη δεκαετία του '50
- ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Αλλά, παρ' όλο που αυτό αναμφίβολα αντανακλούσε
αυξημένη πίεση της εργατικής τάξης καθώς είχε επιτευχθεί σχεδόν πλήρης
απασχόληση, αυτή η πίεση είχε απήχηση όχι μόνο στις αριστερές κυβερνήσεις
που η εκλογή τους ήταν άμεση συνέπεια αυτής της πίεσης αλλά ακόμη και
σε δεξιές κυβερνήσεις".
(P. Armstrong, A. Glyn, J. Harrison, Capitalism Since 1945, Blacxkwell,
Oxford, 1991, σελ. 137-8).
Δεν έχουμε
να προσθέσουμε τίποτα στην παραπάνω περιγραφή παρ' όλο που θα βάζαμε τις
λέξεις "αριστερές κυβερνήσεις" και "κράτος προνοίας"
σε εισαγωγικά. Μπορούμε λοιπόν τώρα να δούμε ότι την πολιτική που υιοθέτησε
και την πορεία που ακολούθησε η σοσιαλδημοκρατία από το Β' Παγκ. Πόλεμο
και μετά μέσα από μια πιο καθαρή οπτική. Πρώτο συμπέρασμα: η σοσιαλδημοκρατία
δεν δημιούργησε ούτε ήταν η μόνη που προάσπισε το περίφημο "κράτος
προνοίας". Όχι μόνο το πρόγραμμα του "κράτους προνοίας",
των εθνικοποιήσεων κτλ δεν συνάντησε αντίσταση από τους καπιταλιστές -με
μεμονωμένες εξαιρέσεις- αλλά αντίθετα, το πρόγραμμα αυτό είχε τη συγκατάθεση
τους. Δεύτερο, λοιπόν, συμπέρασμα: όταν η σοσιαλδημοκρατία υλοποιούσε
το πρόγραμμα του "κράτους προνοίας" δεν προωθούσε τα συμφέροντα
των εργαζομένων σε κόντρα με την αστική τάξη, αλλά υλοποιούσε ένα πρόγραμμα,
το οποίο είχε, σε γενικές γραμμές, τη συγκατάθεση της αστικής τάξης.
Ακόμη, όμως, κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος
δεν ήταν αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης του εργατικού κινήματος κατά
τη διάρκεια του πολέμου; Φυσικά. Ο πόλεμος είχε προκαλέσει τεράστιες αλλαγές
στη συνείδηση των μαζών και το επίπεδο της ταξικής πάλης μέσα στον πόλεμο
είχε ανέβει σημαντικά. Για παράδειγμα, ο αριθμός των απεργιών που πραγματοποιήθηκαν
κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν εξαιρετικά υψηλός στις περισσότερες
χώρες της Ευρώπης. Και μέσα στις πολιτικές συνθήκες της εποχής, με τη
Σοβιετική Ένωση να βγαίνει από τον πόλεμο δυναμωμένη και με το γόητρο
της ψηλά, με τα κομμουνιστικά κόμματα επίσης δυναμωμένα και γενικότερα
με το επίπεδο συνείδησης των μαζών εξαιρετικά ριζοσπαστικοποιημένο, οι
καπιταλιστές είχαν σοβαρούς λόγους να φοβούνται. Μια πολιτική σαν αυτή
που ακολούθησε η σοσιαλδημοκρατία ήταν επιβεβλημένη για την αστική τάξη.
Ο ισχυρισμός, λοιπόν, ότι η εργατική τάξη είχε κέρδη μετά από το Β' Παγκ.
Πόλεμο όχι μόνο δεν είναι ακριβώς σωστός, αλλά αντίθετα δείχνει να αγνοεί
ότι η σοσιαλδημοκρατία έπαιξε ρόλο σταθεροποιητικό για τον καπιταλισμό
όπου και όποτε βρέθηκε στην κυβέρνηση.
Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται στην κυβέρνηση
και καθοδηγεί την νεοφιλελεύθερη αντεργατική επίθεση μέσα σε τελείως διαφορετικές
κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Έχουμε λοιπόν ένα "Νέο Εργατικό
Κόμμα". Στους συντρόφους λοιπόν που συγκρότησαν το ΣΣΚ "ενισχυόταν
η άποψη ότι θα έπρεπε να προβληθεί μια σοσιαλιστική εναλλακτική λύση στο
Νέο Εργατικό Κόμμα του Μπλερ". Το ίδιο το ΣΣΚ θέτει στον εαυτό του
το καθήκον να καλύψει αυτό το κενό. Δηλαδή, όσο υπήρχε το Παλιό "Καλό"
Εργατικό Κόμμα, ας πούμε του Κίνοκ, δεν υπήρχε η ανάγκη για να προβληθεί
μια "σοσιαλιστική εναλλακτική λύση" απέναντί του;
Η ίδια η πράξη και η πορεία μέχρι το ΣΣΚ απαντάει στο ερώτημα. Το Μίλιταντ
(ο κορμός και εμπνευστής του ΣΣΚ) ακολουθούσε για δεκαετίες μια οπορτουνιστική
πολιτική εισοδισμού στο (Παλιό) ΕΚ. Οι ίδιοι αυτοπαρουσιάζονταν σαν "μαχητικοί
εργατικοί", και έτσι έμειναν γνωστοί. Σε αντίθεση με άλλους συμβιβασμένους
ακτιβιστές των εργατικών, αυτοί ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Τόσες δεκαετίες
δεν έκαναν καμιά απόπειρα να παρουσιάσουν "σοσιαλιστική εναλλακτική
λύση" απέναντί στο ΕΚ, οικοδομώντας μια επαναστατική οργάνωση. Κάποια
στιγμή με αρχή το σκοτσέζικο τμήμα του Μίλιταντ και τον Σέρινταν τον αρχηγό
του, ο εισοδισμός αυτός εγκαταλείφθηκε. Αμέσως το ΕΚ χαρακτηρίστηκε "αστικό
κόμμα" και διαπιστώθηκε η ανάγκη να "προβληθεί μια εναλλακτική
λύση απέναντί του". Όχι το επαναστατικό κόμμα του αγγλικού και του
σκωτσέζικου προλεταριάτου, αλλά ένα σκωτσέζικο εργατικό κόμμα, συνεπές
στην υπεράσπιση των καθημερινών συμφερόντων της σκωτσέζικης εργατικής
τάξης.
Μια πολιτική προσέγγιση
1. Τα τρία "βασικά στοιχεία" του πολιτικού καθορισμού του ΣΣΚ
Για ένα
κόμμα που διαφημίζεται σαν τη νέα λύση στην "άλλη" αριστερά,
κάνει εντύπωση πως σε ολόκληρο το παραπάνω άρθρο δεν αναφέρονται ούτε
μια φορά οι λέξεις "επανάσταση" και "επαναστατικός".
Το ΣΣΚ προτιμά να ορίζεται με άλλο τρόπο. Θεωρεί πως τα βασικά στοιχεία
που το καθορίζουν είναι τρία: 1) Η ξεκάθαρη θέση για το σοσιαλισμό. 2)
Ο συνδυασμός των εκλογών και των καθημερινών αγώνων της εργατικής τάξης.
3) Η έμφαση στην καθαρότητά του και στο διαχωρισμό του από τον κόσμο των
σκανδάλων.
Εμείς θα ξεκινήσουμε ανάποδα, από το τρίτο. Κανείς δεν διανοείται να αμφισβητήσει
την τιμιότητα των αγωνιστών του ΣΣΚ. Ο ίδιος ο Σέρινταν πρωτοεκλέχτηκε
στο δημοτικό συμβούλιο της Γλασκώβης τη στιγμή που ήταν φυλακισμένος για
την αγωνιστική του δράση ενάντια στον κεφαλικό φόρο της Θάτσερ. Η θέση
του "τίμιου αγωνιστή" του εργατικού κινήματος κρύβει ωστόσο
μια παγίδα. Υπονοεί ότι η μόνη διαφορά με τον ρεφορμισμό είναι η "αγωνιστική
τιμιότητα" στην υπεράσπιση των καθημερινών συμφερόντων των εργαζομένων.
Απέναντι δηλαδή στους ρεφορμιστές που "ξεπουλάνε τους αγώνες"
αντιτίθενται οι επαναστάτες που είναι "τίμιοι". Φυσικά, αυτό
το σχήμα είναι λάθος και έχει οδηγήσει πολλές φορές τους επαναστάτες να
στέκουν αμήχανοι βλέποντας ρεφορμιστές που αναγκάστηκαν να τραβήξουν την
αντιπαράθεση με τους αστούς μέχρι τέλους ή -γιατί όχι;- ρεφορμιστές που
να είναι απλά …τίμιοι. Αυτό που διαχωρίζει ρεφορμιστές και επαναστάτες
είναι αν παλεύουν με συνέπεια για την υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης
ή όχι. Η ερμηνεία της "τιμιότητας" μπορεί να φαίνεται λεπτομέρεια,
στην πραγματικότητα όμως είναι ένα πολύ κομβικό σημείο, πρόκειται για
το πως βλέπουν οι άγγλοι σύντροφοι τις διαχωριστικές γραμμές με το ρεφορμισμό.
Το δεύτερο αρχειακό ζήτημα για το ΣΣΚ, δηλαδή "ο συνδυασμός των εκλογών
και των καθημερινών αγώνων της εργατικής τάξης" οι συγγραφείς του
κειμένου προσπαθούν να το περάσουν με μια τρίπλα. Ας τους ακούσουμε: "Το
ΣΣΚ δεν υιοθετεί τις αριστερίστικες θέσεις του τύπου " Στο επίπεδο
της ιστορίας είναι αναμφίβολα αλήθεια ότι τα σημαντικά πράγματα δεν κρίνονται
από τις εκλογές αλλά από τη δράση των μαζών. Αλλά σήμερα οι εκλογές είναι
ένα θαυμάσιο μέσο για να κάνεις πολιτική, για να κάνεις γνωστές τις προτάσεις
σου σε μαζικό επιπεδο. Δεν υπάρχει καμιά αντίφαση με τους αγώνες. Τα δυο
αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοενισχύονται, όλη η ιστορία μας τα τελευταία
δέκα χρόνια το αποδεικνύει".
Μετά από αυτό τι μπορεί κανείς να αντιτάξει για τις εκλογές; Ότι είναι
το γήπεδο του αντιπάλου; Τότε είναι "αριστεριστής". Να μιλήσει
κανείς για την ιστορική εμπειρία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος;
Μα οι σύντροφοι επικαλούνται τη δική τους των "δέκα τελευταίων χρόνων".
Να πει κανείς ότι οι επαναστάτες παρεμβαίνουν στις εκλογές όχι μόνο για
να κάνουν γνωστές τις θέσεις τους, αλλά για να ξεσκεπάσουν την απάτη του
αστικού κοινοβουλίου και των αστικών εκλογών σαν μέσο αποβλάκωσης και
χειραγώγησης των μαζών και όχι ένα "θαυμάσιο μέσο για να κάνει πολιτική";
Έστω. Θα περιμέναμε όμως τότε, αν οι συγγραφείς έδειχναν μια συνέπεια
στην εφαρμογή της νέας διαλεκτικής "αγώνων-εκλογών", αυτό να
καθρεφτίζεται και στο άρθρο τους. Όμως όχι. Από τις 523 γραμμές του κειμένου,
οι 37 αναφέρονται σε αγώνες στους οποίους πήρε μέρος το ΣΣΚ και 140 στις
εκλογικές μάχες, δηλαδή μια αναλογία 1/3. Λοιπόν για να τελειώνουμε με
αυτό το κρυφτούλι, το ζήτημα δεν είναι αν κατεβαίνει ή όχι στις εκλογές
το ΣΣΚ, αλλά ότι τις έχει κάνει κέντρο και "θαυμάσιο μέσο" της
πολιτικής του παρέμβασης. Είναι το λογικό αποτέλεσμα της νέας θέσης που
θέλει να καταλάβει στον πολιτικό άξονα, στο κενό δηλαδή που αφήνει η δεξιά
μετακίνηση του ρεφορμιστικού ΕΚ. Ένα συνεπές εργατικό κόμμα που μάχεται
μέσα και έξω από τη βουλή, αλλά κυρίως μέσα, για τα καθημερινά συμφέροντα
της εργατικής τάξης.
Ας ασχοληθούμε τέλος και λίγο με τον πρώτο και βασικό στοιχείο του πολιτικού
προφίλ του ΣΣΚ, την "ξεκάθαρη θέση για το σοσιαλισμό". Μάταια
ψάξαμε σε όλο το άρθρο να βρούμε έναν ορισμό της σοσιαλιστικής κοινωνίας
και του τρόπου να φτάσουμε σε αυτή.
"Αντιμετωπίζουμε αυτό το ζήτημα σε δύο επίπεδα. Πρώτα προσπαθούμε
να ορίσουμε αυτό που θα μπορούσε να είναι ο σοσιαλισμός σήμερα, μετά τη
διπλή αποτυχία του σταλινισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και πως μπορούμε
να ξεπεράσουμε τον καπιταλισμό στην εποχή της παγκοσμιοποίησης".
Επιπλέον, λένε, θα βγάλουν ένα βιβλίο που "θα παρουσιάζεται η κριτική
μας για τον καπιταλισμό και τις σκέψεις μας για το σοσιαλισμό στον 21ο
αιώνα". Μάλιστα "η δημοσίευση του βιβλίου αυτού θα είναι για
εμάς η ευκαιρία ανοίγματος μιας μεγάλης συζήτησης". Δεν είναι πραγματικό
αριστούργημα αυτός ο ορισμός του σοσιαλισμού; Μια ανταλλαγή σκέψεων γύρω
από το ζήτημα, που θα κυκλοφορήσουν και τυπωμένες. Τότε μόνο, μετά την
έκδοση, θα ανοίξει μια "μεγάλη" (πόσο μεγάλη δηλαδή;) συζήτηση
πάνω στο θέμα. Ο πρώτος από τους δύο τρόπους με τους οποίους οι σύντροφοι
αντιμετωπίζουν το ζήτημα του σοσιαλισμού είναι λοιπόν σκέτη απογοήτευση.
Ας δούμε τον δεύτερο:
"Στη συνέχεια προσπαθούμε να προτείνουμε λύσεις στα συγκεκριμένα
προβλήματα. Ένα από τα κύρια προβλήματα στη νεολαία είναι εκείνο των ναρκωτικών.
Προτείνουμε τη νομιμοποίηση της κάνναβης και την αποποινικοποίηση των
άλλων ναρκωτικών". Στη συνέχεια, για να μη γίνουμε κουραστικοί, το
κείμενο συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο, προσεγγίζοντας το ζήτημα του σοσιαλισμού
μέσα από τις προτάσεις του ΣΣΚ πάνω σε μια σειρά φλέγοντα πολιτικά ζητήματα,
και συγκεκριμένα το σκωτσέζικο φορολογικό σύστημα, τα έσοδα των δήμων
και τις κατασχέσεις λόγω οικονομικών χρεών.
Να πληροφορήσουμε λοιπόν τους συντρόφους ότι αυτός ο "διπλός τρόπος
προσέγγισης του ζητήματος του σοσιαλισμού" δεν είναι καμιά δική τους
ανακάλυψη. Είναι η προσέγγιση που ακολουθεί ο ρεφορμισμός χρόνια τώρα,
με τη διαφορά ότι οι ρεφορμιστές το κάνουν με συνέπεια και σοβαρότητα
και όχι τσαρλατάνικα. Έτσι ακριβώς "σε δυο επίπεδα" προσέγγιζαν
το ζήτημα του σοσιαλισμού: σε ένα μάξιμουμ επίπεδο, σαν μακρινό "όραμα"
που χωράει "μεγάλη συζήτηση" και σε ένα "μίνιμουμ",
σαν την ανάγκη να απαντήσουν στα καθημερινά προβλήματα. Αυτό που τους
έλειπε ήταν η επαναστατική προσέγγιση του ζητήματος. Που αντιμετωπίζει
το σοσιαλισμό σαν αναγκαιότητα στην πάλη της οποίας υποτάσσει κάθε πτυχή
της πολιτικής δράσης. Μία μεταβατική λογική που ξεκινάει από τα μικρά,
καθημερινά προβλήματα, όχι για να δώσει λύσεις απλά, αλλά ανάγοντάς τα
στην ιστορική τους διάσταση την πάλη για τη σοσιαλιστική επανάσταση, προσπαθώντας
διαρκώς να κερδίσει τις καταπιεσμένες μάζες γύρω από ένα επαναστατικό-μεταβατικό
πρόγραμμα διεκδικήσεων. Το ΣΣΚ είναι σαφές στο πολιτικό του προφίλ. Στο
σημείο δύο αποκηρύσσει τις μεθόδους της επαναστατικής δράσης γιατί ανακάλυψε
ότι "οι εκλογές είναι ένα θαυμάσιο μέσο για να κάνει κανείς πολιτική".
Στο σημείο τρία υιοθετεί τη ρεφορμιστική αντίληψη για να προσεγγίσει το
ζήτημα της νέας κοινωνίας. Αλλά οι μισές δουλειές δεν αρέσουν σε κανένα,
γι αυτό τα πρωτοπαλίκαρα της ανασύνθεσης της αριστεράς πάνε ένα βήμα ακόμα
παραπέρα στο εθνικό ζήτημα.
Το
εθνικό ζήτημα
Για το ΣΣΚ λοιπόν ο σκωτσέζικος εθνικισμός "είναι η έκφραση της δημοκρατικής
επιθυμίας του σκωτσέζικου λαού να ελέγχει το μέλλον του". Το ΣΣΚ
διατείνεται πως ο σκωτσέζικος εθνικισμός είναι κάτι αρκετά ιδιαίτερο,
με μεγάλη απήχηση στους εργάτες. Δεν είναι προφανώς η κατάλληλη στιγμή
για μια ολοκληρωμένη ανάλυση του εθνικού ζητήματος στη Σκωτία, αλλά θα
επιχειρήσουμε μια επιγραμματική τοποθέτηση. Τα τελευταία χρόνια μέσα στις
μητροπόλεις του καπιταλισμού έχουν τεθεί με νέα ορμή το εθνικό ζήτημα
(Σκωτία, Ουαλία, Λομβαρδία, Φλαμανδία, Κεμπέκ). Σε όλες τις περιπτώσεις
τίθενται "εθνικά αιτήματα" από τμήματα της αστικής τάξης αυτών
των περιοχών και παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους έχουν έναν κοινό
παρανομαστή. Την απαίτηση από την πλευρά αυτών των κομματιών κάποιου νέου
διοικητικού διακανονισμού στην προοπτική της Ενωμένης Ευρώπης ή της ΝΑFTA.
Πρόκειται συνήθως για τα βιομηχανικά τμήματα που δυσφορούσαν κάτω από
τον έλεγχο του "χρηματιστηριακού κεφαλαίου" της πρωτεύουσας
(Λονδίνο, Ρώμη, ή Μαδρίτη) που αποφάσιζε γι' αυτά. Στα πλαίσια της Ε.Ε.
και στην προοπτική της εκχώρησης διάφορων αρμοδιοτήτων σχεδιασμού σε ένα
υπερεθνικό κέντρο, αυτές οι αστικές τάξεις διεκδικούν το δικαίωμά τους
να έρχονται σε απευθείας διαπραγματεύσεις με αυτό, χωρίς τη μεσολάβηση
της πρωτεύουσας. Πίσω από αυτή τη διεκδίκηση δεν υπάρχει καμιά εθνική
καταπίεση. Πρόκειται συνεπώς για εθνικά κινήματα όχι μόνο ιστορικά, αλλά
και πολιτικά αντιδραστικά.
Το ΣΣΚ, φυσικά, έχει την άποψη ότι ο σκωτσέζικος εθνικισμός είναι προοδευτικός.
Έστω. Ακόμα κι αν παραδεχτεί κανείς πως το σκωτσέζικο εθνικιστικό κίνημα
είναι κάτι εντελώς προοδευτικό, δεν βγαίνει κανένα συμπέρασμα από αυτό
ότι οι επαναστάτες θα πρέπει να το στηρίξουν -για να μην μιλήσουμε αν
θα πρέπει να το υιοθετήσουν(!) όπως κάνει το ΣΣΚ. Γιατί αυτό που έχει
πρωτεύουσα σημασία είναι η γενική οπτική και η αδιάλλακτη ταξική-διεθνιστική
τοποθέτηση, είτε συμφωνεί κανείς, είτε διαφωνεί στην ανάλυση της φύσης
του εθνικού ζητήματος στη Σκωτία, δηλαδή αν υπάρχει συμφωνία πάνω στα
κριτήρια παρέμβασης. Οι επαναστάτες καθορίζουν την παρέμβασή τους με δυο
γνώμονες: Αν το εθνικό ζήτημα έρχεται σε σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό
και αν η παρέμβασή τους διαπαιδαγωγεί διεθνιστικά την εργατική τάξη. Έτσι,
μια επαναστατική οργάνωση στο Λονδίνο που έχει την αντίληψη ότι ο σκωτσέζικος
εθνικισμός είναι προοδευτικός θα μπορούσε να στηρίξει μια καμπάνια στην
Αγγλία για την ανεξαρτησία της Σκωτίας, αν σκόπευε με αυτό τον τρόπο να
διαπαιδαγωγήσει διεθνιστικά τους άγγλους εργάτες. Μια επαναστατική οργάνωση
όμως στη Σκωτία θα έπρεπε να κάνει ακριβώς το αντίθετο, να προσπαθήσει
να πείσει τους σκωτσέζους εργάτες να προβάλουν τα ταξικά τους αιτήματα
πάνω από τα εθνικά, ακόμα κι αν πίστευε πως ο σκωτσέζικος εθνικισμός είναι
προοδευτικός.
Οι συγγραφείς του άρθρου αφιερώνουν αρκετό χώρο για να πείσουν πως η θέση
του ΣΣΚ στο εθνικό ζήτημα είναι σωστή. Δεν είναι τυχαίο. Οι τροτσκιστές
άσχετα από τα τυχόν λάθη και υποχωρήσεις κατά καιρούς, είχαν ένα κοινό
χαρακτηριστικό: τον αδιάλλακτο διεθνισμό τους και μάλιστα σαν τόσο αδιαπραγμάτευτο
χαρακτηριστικό τους, ώστε να το αναγράφουν και στον τίτλο των οργανώσεών
τους σαν την ειδοποιό διαφορά με τα υπόλοιπα ρεύματα που αναφέρονται στον
σοσιαλισμό. Οι τροτσκιστές ήταν πάντα οι Κομμουνιστές-Διεθνιστές και έτσι
αποκαλούσαν τον εαυτό τους. Το ΣΣΚ (ήδη από την εποχή της ΣΣΣ) επιχειρεί
μια πραγματική καινοτομία. Θέλει να μας πείσει πως έχει δικαίωμα να κάνει
σημαία του τον εθνικισμό της δικής "του" εθνικής τάξης, αφού
αυτός είναι "προοδευτικός". Προσοχή! Όχι να τον "υποστηρίζει
κριτικά" αλλά να τον κάνει σημαία του. Οι συγγραφείς του κειμένου
δεν αφήνουν αμφιβολίες: "Κατά τη διάρκεια του [δημοψηφίσματος για
την ανεξαρτησία της Σκωτίας] η ΣΣΣ πήρε μια σημαντική απόφαση που της
επέτρεψε να τοποθετηθεί σωστά στο νέο πολιτικό πλαίσιο: εκφράστηκε υπέρ
μιας ανεξάρτητης και σοσιαλιστικής Σκωτίας. Αυτή η θέση έγινε το επισκεπτήριο
της και αργότερα εκείνο του ΣΣΚ".
Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι η ΣΣΣ οδηγήθηκε σε αυτή τη θέση οπορτουνιστικά,
κάτω από την πίεση της "κοινής γνώμης" και του άγχους της ψηφοθηρίας
στο συγκεκριμένο δημοψήφισμα. Δυστυχώς τα πράγματα δείχνουν να είναι ακόμα
χειρότερα. Ας σταθούμε λίγο στις ημερομηνίες. Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία
της Σκωτίας έγινε το Σεπτέμβρη του 97. Δυο χρόνια νωρίτερα ο Σκάργκιλ
έσπαγε από το ΕΚ και ίδρυε το δικό του. Οι συζητήσεις ανάμεσα σε αυτόν
και το Φόρουμ, σύμφωνα με τους συγγραφείς, κόλλησαν σε δύο σημεία. Το
πρώτο ήταν η άρνηση του Σκάργκιλ να δεχτεί την είσοδο οργανωμένων πολιτικών
ρευμάτων στο εσωτερικό του και το δεύτερο "η άρνηση του Σκάργκιλ
να δεχτεί ένα αυτόνομο τμήμα του κόμματος στη Σκωτία". Ο εθνικιστικός
εκφυλισμός του ΣΣΚ έχει λοιπόν αρκετά βαθύτερες ρίζες.
Μια "γλωσσολογική" προσέγγιση
Χαρακτηριστική
των προθέσεων των συγγραφέων είναι και η γλώσσα τους. Η "νέα αριστερά"
γενικά έχει εισάγει ένα νέο λεξιλόγιο πολιτικών όρων και χαρακτηρισμών
για το οποίο αισθάνεται περήφανη. Οι όροι αυτοί δεν είναι ούτε τυχαίοι
και μπαίνουμε στη διαδικασία να τους αναλύσουμε για να καταδείξουμε το
πολιτικό τους υπόβαθρο.
Η χρησιμοποίηση του επιθέτου "ριζοσπαστική" δίπλα στο ουσιαστικό
"αριστερά" είναι οπωσδήποτε νέα και συγκεκριμένα της τελευταίας
δεκαπενταετίας. Μέχρι τότε ο όρος "ριζοσπαστικός" στην πολιτική
ορολογία χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει την αριστερή πτέρυγα της
αστικής τάξης και πολλά αστικά κόμματα τον χρησιμοποιούσαν στον τίτλο
τους. Με τη γενική της έννοια -δηλ. όχι την αυστηρά πολιτική της χρήση-
η λέξη "ριζοσπάστης" δηλώνει αυτόν που έρχεται σε μια κάθετη
ρήξη με το παρελθόν του.
Μετά την κατάρρευση των εκφυλισμένων εργατικών κρατών στην Ανατολική Ευρώπη
διάφοροι πολιτικοί σχηματισμοί που έσπαγαν κατά κύριο λόγο από το σταλινισμό
- και διάφορες οργανώσεις με προέλευση μαοϊκή, γκεβαρική, αυτονομίστικη
κ.ά- άρχισαν να αυτοπροσδιορίζονται με τον όρο "ριζοσπαστική"
δίπλα στο "αριστερά". Επρόκειτο για κομμάτια που έρχονταν σε
μια κάθετη ρήξη με το ρεφορμιστικό παρελθόν τους, "έσπαγαν με τις
ρίζες" τους και έκαναν μια νέα αρχή στον πολιτικό στίβο. Πρόκειται
για μια προσπάθεια οριοθέτησης από το ρεφορμιστικό παρελθόν, η οποία όμως
είναι συνειδητά ασαφής. Η υιοθέτηση ενός άλλου προσδιορισμού (κομμουνιστική,
επαναστατική, μπολσεβίκικη, κλπ, αριστερά) θα προϋπέθετε μια αποτίμηση
της ιστορίας του εργατικού κινήματος, την οποία η "νέα αριστερά"
δεν θέλει ακόμα να κάνει. Ο όρος "ριζοσπαστική" τους έρχεται
γάντι και χρησιμοποιείται από το σύγχρονο κεντρισμό για να περιγράψει
τον εαυτό του. Οριοθετείται από τον ρεφορμισμό, χωρίς να φτάνει στο επαναστατικό
μαρξισμό.
Σε αυτή τη διαδικασία της ανασύνθεσης και του παιχνιδιού των νέων λέξεων
έχουν μπει με ενθουσιασμό και κομμάτια που προέρχονται από τον τροτσκισμό.
Τι να σημαίνει όμως για αυτά τα κομμάτια ο αυτοχαρακτηρισμός τους "ριζοσπάστες
αριστεροί", πώς να ερμηνευτεί η ντροπαλή τους παραδοχή ότι "σπάνε
με τις ρίζες τους"; Σημαίνει απλώς ότι δέχονται να πετάξουν ό,τι
τα συνδέει με την υπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης και της δικτατορίας
του προλεταριάτου. Όπως ακριβώς και οι πρώτοι -οι προερχόμενοι από το
ρεφορμισμό-, έτσι και ετούτοι θέλουν να δείξουν αυτή τη ρήξη και στο όνομά
τους, από το οποίο πετάνε, (ή προσπαθούν να πετάξουν) οτιδήποτε έχει σχέση
με την μπολσεβίκικη κληρονομιά τους. Αν όμως για τους πρώτους η ρήξη με
το ρεφορμισμό γίνεται η αρχή μιας αριστερόστροφης πορείας (έστω δυνητικά
και οπωσδήποτε αντιφατικά) για τους πρώην τροτσκιστές και νυν ριζοσπάστες
είναι δηλωτικό μιας δεξιάς μετακίνησης. "Κάντε ένα βήμα εσείς, να
κάνουμε ένα βήμα και εμείς για να συναντηθούμε κάπου στη μέση". Και
αυτή η "μέση" είναι φυσικά ο βούρκος του κεντρισμού. Η συνισταμένη
αυτή είναι η θέση της "νέας αριστεράς" στον πολιτικό άξονα από
το ρεφορμισμό στην επανάσταση. Αν για όσους προέρχονται από το ρεφορμισμό
η νέα θέση είναι πολιτική κατάκτηση, για όσους προέρχονται από τον τροτσκισμό
αποτελεί πολιτική υποχώρηση.
Μια τέτοια "νέα αριστερά" θα είναι "πολυσυλλεκτική".
Αυτό πάλι τι να σημαίνει άραγε; Αν πρόκειται μόνο για το δικαίωμα της
μειοψηφίας στο εσωτερικό αυτών των οργανώσεων να προπαγανδίζει τις θέσεις
της, τότε ο παραπάνω όρος είναι σαφώς ακατάλληλος. Θα αρκούσε να πούμε
ότι αυτή η "νέα αριστερή" οργάνωση επιτρέπει τη δημοκρατική
πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό της, είναι δηλαδή "δημοκρατική".
Η "πολυσυλλεκτική" αριστερά δηλώνει κάτι εντελώς διαφορετικό.
Δηλώνει πως χωράνε στην ίδια οργάνωση αριστεροί αγωνιστές προερχόμενοι
από τα διαφορετικά ιστορικά ρεύματα της αριστεράς. Ή μάλλον για να μιλήσουμε
με μεγαλύτερη ακρίβεια, πρώην σοσιαλδημοκράτες, πρώην σταλινικούς, πρώην
μαοϊκούς και πρώην τροτσκιστές, που έχουν ξεκαθαρίσει το γεγονός ότι είναι
"πρώην", αλλά όχι και τι ακριβώς κρατάνε "απ΄ τα παλιά"
μαζί τους. Μια νέα αριστερά που χωράει "όλους" αυτούς δεν μπορεί
να χαρακτηρίζεται από όλα αυτά τα ρεύματα ξεχωριστά, αλλά να είναι μια
"πολυσυλλεκτική" αριστερά, χωρίς ιδιαίτερο ιστορικό στίγμα,
μια αριστερά που "όλοι οι καλοί χωράνε".
Πολλοί θιασώτες της "νέας αριστεράς" θεωρούν πως οι ιστορικοί
διαχωρισμοί στο στρατόπεδο της αριστεράς (σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός,
τροτσκισμός κλπ) έχουν ξεπεραστεί, πως δεν έχουν νόημα στο παρόν. Ορισμένοι
μάλιστα με περίσσιο θράσος διαπιστώνουν πως "όλοι έχουν αποτύχει".
Αυτό το τσουβάλιασμα δεν αποτελεί μόνο ιστορική τύφλωση, αλλά και πολιτικό
τσαρλατανισμό. Ξεκινά από την παραδοχή ότι τα πράγματα γενικά δεν είναι
καλά. Και ποιος φταίει για αυτό; Φταίνε όλοι. Η "συνυπευθυνότητα"
είναι το τρικ που χρησιμοποιούσαν πάντα όλοι οι πραγματικοί φταίχτες για
να βγουν λάδι. Για να πάρει κανείς μέρος στη συζήτηση της "ανασύνθεσης"
πρέπει λίγο-πολύ να δηλώσει πως αισθάνεται αποτυχημένος.
Εκτός όμως μόνο από την αρνητική διάσταση ο όρος, υπονοεί και μια θετική.
Ότι δηλαδή "όλοι" έχουν να συνεισφέρουν την εμπειρία της ιστορικής
τους διαδρομής σε αυτή τη νέα σύνθεση. Αρκεί να τους "ακούσουμε και
να συγκλίνουμε". Η νέα σύνθεση θα είναι ένα πάντρεμα "οτιδήποτε
καλού και χρήσιμου" πρόσφερε στο επαναστατικό κίνημα η σοσιαλδημοκρατία,
ο σταλινισμός, ο μαοϊσμός, ο τροτσκισμός. Η ομορφιά της ταλάντωσης… Οι
αριστεροί της ανασύνθεσης που τους είδαμε πριν σαν "ριζοσπάστες"
να ξεκόβουν με τις ρίζες τους, τώρα, σαν "πολυσυλλεκτικοί" ρίχνουν
μια γέφυρα στο ρεφορμιστικό παρελθόν τους, θεωρώντας ότι δεν είναι όλο
για πέταμα.
Το ρεύμα της "νέας αριστεράς" αφού προσδιόρισε το στίγμα του
στον πολιτικό άξονα ("ριζοσπαστική" -κάπου αριστερά του ρεφορμισμού),
αφού οριοθέτησε την ιστορική του διαδρομή "πολυσυλλεκτική" -όλοι
ιστορικά αποτυχημένοι-όλοι χρήσιμοι), θέτει και το στόχο του: "αντικαπιταλιστική
αριστερά".
Εδώ πρόκειται σαφώς για έναν νέο όρο. Το μόνο που δηλώνει με σαφήνεια
ένας τέτοιος όρος είναι η αντίθεση στον καπιταλισμό και εδώ είναι το όριο
της πολιτικής συμφωνίας αυτού του ρεύματος. Από εκεί και πέρα ακολουθεί
ο απόλυτος αγνωστικισμός.
Αγνωστικισμός ως προς το στόχο, αφού δεν ξεκαθαρίζει τι είναι αυτό που
θα ακολουθήσει την καπιταλιστική κοινωνία. Η προσπάθεια να μην οριστεί
η νέα κοινωνία είναι ο κοινός τόπος όλης της "ανασυντεθιμένης αριστεράς",
σαν να μην υπάρχει κανένα κεκτημένο σε αυτή τη διαδικασία, παρά μόνο μια
γενικά αρνητική πείρα του παρελθόντος. Ο σοσιαλισμός είναι ζήτημα προς
εξέταση, ο ίδιος καθαυτός, ως έννοια και οι απόψεις πολλές και κανείς
μπορεί να συζητάει πολύ χρόνο για τα χαρακτηριστικά "που θα μπορούσε
να έχει" ο σοσιαλισμός. Με αυτό τον τρόπο μάλιστα αποφεύγει να απαντήσει
στο ζήτημα του μεταβατικού καθεστώτος μέχρι να φτάσουμε στο σοσιαλισμό,
δηλαδή αποφεύγει να τοποθετηθεί στη δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτός
είναι και ο σκοπός της παραπλάνησης.
Για να είμαστε δίκαιοι και ακριβέστεροι, η κάθε συνιστώσα της "πολυσυλλεκτικής"
αριστεράς μπορεί να κρατήσει την άποψή της πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Αυτό
το μείγμα μπορεί να συνεχίσει αέναα τη συζήτησή του και την ύπαρξή του,
αρκεί να υπάρχουν δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, ότι στη νέα οργάνωση ο καθένας
θα μπορεί να προπαγανδίζει την άποψή του. Όλες οι θέσεις καταρχήν αντιμετωπίζονται
ισότιμα, οι επιστημονικές και οι αντιεπιστημονικές, οι ιστορικά επιβεβαιωμένες
και οι αντιιστορικές, ακόμα και οι φαντασιοπληξίες. Ο δεύτερος όρος που
εγγυάται την καλή λειτουργία του πρώτου, είναι ότι καμιά απ' όλες δεν
θα υπερισχύει της άλλης προς τα έξω. Το πολιτικό στίγμα δηλαδή που θα
βγαίνει προς τα έξω θα πρέπει να είναι ηθελημένα ασαφές. Με άλλα λόγια
μόνο ένας κομφουζιονιστικός όρος μπορεί να επιλεχτεί από αυτό το συνοθύλευμα
για να χαρακτηρίσει τον εαυτό του. Ο όρος "αντικαπιταλιστική αριστερά"
είναι αρκετά κατάλληλος για αυτή τη δουλειά.
Μεθοδολογική
προσέγγιση
Αλλά
και ο ίδιος ο όρος "ανασύνθεση της αριστεράς" είναι εκ του πονηρού.
Για να θέσουμε μια κοινά αποδεκτή αφετηρία, θα δώσουμε έναν ορισμό όσο
το δυνατόν ευρύτερο. Ας πούμε ότι "ανασύνθεση της αριστεράς"
είναι η επεξεργασία από κάποιους αριστερούς κάποιων νέων πολιτικών ιδεών
και κάποιων νέων πρακτικών παρέμβασης στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα,
που, αναγκαστικά, θα οδηγήσει και σε νέα οργανωτικά σχήματα. Για να το
θέσουμε αλλιώς, νέοι καιροί, νέα αριστερά. Και αυτό ακριβώς γίνεται πράγματι
σήμερα. Αν πρόκειται όμως για κάτι τέτοιο, τότε δεν ζούμε τίποτε πιο κοσμογονικό,
από την διαλεκτική της παρέμβασης των αγωνιστών στην ταξική πάλη και τα
αποτελέσματά της. Η "ανασύνθεση της αριστεράς" είναι μια διαδικασία
ζωντανή και καθόλου καινούρια. Μάλιστα συμβαίνει κάθε στιγμή, όχι μόνο
σήμερα, αλλά εδώ και αιώνες. Είναι μια διαδικασία παράλληλη με την πορεία
της ταξικής πάλης και της διαμόρφωσης των μαρξιστικών ιδεών. Στο τέλος-τέλος
πρόκειται για το προϊόν επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων. Η ανασύνθεση
της αριστεράς προχώρησε μέσα από την προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, τα
εγκλήματα του σταλινισμού, τις ταλαντεύσεις των κεντριστών, τους αγώνες
των τροτσκιστών, για να σταθούμε μόνο στα χοντρά. Σήμερα η ανασύνθεση
προχωράει μέσα από τη διάλυση του σταλινικού ογκόλιθου και όσων αυτό συνεπάγεται.
Η αριστερά έχει συντεθεί, αποσυντεθεί, ανασυντεθεί και ξανά επανασυντεθεί
αμέτρητες φορές ως τώρα, όπως επέβαλαν κάθε φορά οι ταξικοί συσχετισμοί
και οι συσχετισμοί στο ίδιο το εργατικό κίνημα.
Γενικά είναι παραδεκτό ότι οι αγωνιστές επεμβαίνουν σε μια ζωντανή διαδικασία
που εξελίσσεται και χωρίς την παρέμβασή τους επιδιώκοντας ένα κάποιο αποτέλεσμα.
Ωστόσο, η ιδέα ότι η διαδικασία καθεαυτή είναι αυτοσκοπός, δεν είναι μια
καινούρια ιδέα, που είναι προϊόν των νέων καιρών. Ο Μπερστάϊν πολύ παλαιότερα
ήταν, σίγουρα όχι ο πρώτος που το σκέφτηκε, αλλά ο πρώτος που βρήκε το
θάρρος να το διατυπώσει έτσι, κυνικά, πως η στοχοθεσία καθορίζεται από
την ίδια τη διαδικασία. Αυτά που ακούγονται τόσο βαριά διατυπώθηκαν για
να κρύψουν ένα απλό γεγονός: Ήταν κοινός τόπος των μαρξιστών ότι η παρέμβαση
στην ταξική πάλη έχει μόνο στόχο τη σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Μπερστάιν
λοιπόν κρύφτηκε πίσω από την "αποθέωση της διαδικασίας καθεαυτής"
για να συσκοτίσει το γεγονός ότι η παρέμβαση του στο κίνημα -και όσων
αριστερών τον ακολουθούσαν- μπορεί να έχει και άλλο στόχο από τη σοσιαλιστική
επανάσταση. Το ίδιο όπως τότε, έτσι και σήμερα κρύβονται πίσω από τη δήλωσή
τους ότι παρεμβαίνουν σε μια διαδικασία, της "ανασύνθεσης",
για να αποφύγουν να πουν ξεκάθαρα ποιος είναι ο στόχος της παρέμβασής
τους, ποιο θα είναι τελικά το αποτέλεσμα από όλη αυτή τη δουλειά. Η νέα
αριστερά δηλαδή, που βρίσκεται σήμερα σε μια διαδικασία ανασύνθεσης, όταν
τελικά ανασυντεθεί θα είναι μια επαναστατική αριστερά ή θα είναι κάτι
άλλο; Η ερώτηση είναι ρητορική, αφού το ίδιο το πρόγραμμα των ανασυντεθειμένων
κομμάτων είναι διαφωτιστικότατο σε αυτό το ζήτημα. Ο μόνος λόγος που θελήσαμε
να παραβάλουμε την μπερσταϊνική μέθοδο, ήταν για να δείξουμε ότι, ακόμα
και σε νέους καιρούς, όταν χρειάζεται παλιοί και νέοι αριστεροί να δικαιολογήσουν
τις οπορτουνιστικές τους επιλογές, χρησιμοποιούν παμπάλαιες μεθόδους.
Η
ιστορική διάσταση της ανασύνθεσης της αριστεράς
Αυτό
που καθορίζει όχι τους νέους καιρούς γενικά, αλλά την τελευταία δεκαετία
ειδικά, είναι η κατάρρευση των σταλινικά εκφυλισμένων εργατικών κρατών
της ανατολικής Ευρώπης και οι επιπτώσεις που είχε αυτό στην ταξική πάλη
στον πλανήτη. Στην πραγματικότητα έχει ανοίξει μια νέα περίοδος με χαρακτηριστικά
διαφορετικά από αυτά της προηγούμενης και είναι εντελώς φυσιολογικό ότι
έχει ξεκινήσει μια συζήτηση στους κόλπους της αριστεράς γύρω από αυτά.
Η συζήτηση αυτή σκιάζεται από την τεράστια καμπάνια που εξαπολύουν τα
αφεντικά χωρίς αντίπαλο δέος για το τέλος του κομμουνισμού και της πάλης
των τάξεων, σε συνδυασμό με την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού στο κοινωνικό
επίπεδο.
Η απαξίωση του σοσιαλιστικού οράματος στις μεγάλες λαϊκές μάζες (ακόμα
κι αν αυτές αγωνίζονται) είναι το αποτέλεσμα από αυτή τη διαδικασία. Δεν
πρόκειται μόνο που τα επιστημονικά επιτελεία του εκφυλισμένου εργατικού
κράτους είναι πια παρελθόν, ούτε που οι αριστεροί διανοούμενοι των καπιταλιστικών
χωρών κάτω από αυτή την πίεση έχουν βιαστεί να συνθηκολογήσουν με το σύστημα,
ή στην καλύτερη περίπτωση να χαριεντίζονται με τη σοσιαλιστική "ουτοπία".
Η επιστημονική θεμελίωση της απλής αλήθειας του μαρξισμού ενάντια στα
ψέματα και το σκοταδισμό των αφεντικών είναι ένα έργο που πέφτει στις
πλάτες των επαναστατών μαρξιστών. Αλλά (και αυτό είναι το πρόβλημα) τμήμα
αυτής της πρωτοπορίας, κάτω από την πίεση υποχωρεί σε έναν θεωρητικό αγνωστικισμό
και ιδεολογική σύγχυση.
Η ταξική πάλη, όμως, πάντα βρίσκει το δρόμο της, ακόμα κι αν χρειαστεί
να κάνει πέντε φορές την ίδια διαδρομή γυρίζοντας στο ίδιο σημείο. Κάθε
μικρή ή μεγαλύτερη εστία αντίστασης, αυτομάτως αντιμετωπίζεται σχεδόν
σαν ιδεολογικός φάρος. Σε πηγή έμπνευσης οι Ζαπατίστας, οι Ευρωπορείες
και το Σιατλ και η Πράγα. Όλες ετούτες οι προσπάθειες -και τόσες άλλες
ακόμα- είναι η ζωντανή διαδικασία ανασύνθεσης της αριστεράς και οι συζητήσεις
για την "ανασύνθεση της" επιλέγουν να διεξάγονται αποκλειστικά
σε αυτό το πλαίσιο και προσπαθούν να συγκροτήσουν ένα μίνιμουμ "ιδεολογικής
αναφοράς" αναμασώντας την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας, Ένας
νέος αγωνιστής που βιώνει αυτή τη διαδικασία κάτω από το φως μόνο της
ατομικής του εμπειρίας έχει κάθε δικαίωμα να τη θεωρεί μοναδική και ανεπανάληπτη.
Κάτω όμως από το φως των εμπειριών του εργατικού κινήματος στην ιστορική
του διαδρομή, τα πολιτικά όρια αυτών των προσπαθειών είναι προδιαγραμμένα
με μαθηματική ακρίβεια: είναι κεντρίστικα κλωθογυρίσματα που θα ταλαντεύονται
και θα γυρνάν γύρω από τον εαυτό τους μέχρι να συναντήσουν τον επαναστατικό
μαρξισμό και την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης, είτε να εκφυλιστούν
κάτω από την πίεση του καπιταλισμού στα δεξιά.
Ενάντια στην "ανασύνθεση της αριστεράς", ανοικοδόμηση της Τέταρτης
Διεθνούς
Πολλές
τροτσκιστικές οργανώσεις χρησιμοποιούν την υπόθεση της ανασύνθεσης για
μια προσαρμογή τους στα δεξιά. Το αποτέλεσμα είναι αντί οι τροτσκιστές
να χτίζουν τη δική τους οργάνωση και μέσω αυτής να απλώνουν το πρόγραμμά
τους στο μαζικό κίνημα και την πρωτοπορία του, να μεταβάλλονται σε συμβουλάτορες
των οπορτουνιστών της άκρας αριστεράς και τελικά να υποτάσσονται στον
κομφουζιονισμό τους. Είναι δίκαιο να μπούμε ότι δεν μπαίνουν όλοι με τον
ίδιο στόχο στη διαδικασία ανασύνθεσης. Στη χειρότερη περίπτωση έχουμε
την θεωρητικοποίηση αυτής της πρακτικής σε απόψεις που θεωρούν ότι η ανασύνθεση
έχει έναν ιστορικό χαρακτήρα και από αυτή θα διαμορφωθεί το νέο πολιτικό
υποκείμενο. Στην καλύτερη περίπτωση έχουμε απόψεις που αντιμετωπίζουν
το ζήτημα σαν μια λίγο-πολύ σύντομη συμμαχία στη διαδικασία οικοδόμησης
του επαναστατικού κόμματος.
Το ερώτημα όμως είναι το ίδιο: περιμένουν στα σοβαρά τέτοιου είδους πλατιά
αριστερά κόμματα να τραβηχτούν προς την επανάσταση; Ή απλώς θεωρούν ότι
η επανάσταση δεν είναι στην επικαιρότητα και τότε οι τροτσκιστές για να
μην αραχνιάσουν είναι αναγκασμένοι για μια περίοδο να ακολουθούν μια τέτοια
ταχτική; Η δική μας απάντηση είναι ξεκάθαρη: Κανένα πρώην ΚΚ, κανένα πρώην
ευρωκομουνιστικό κόμμα και καμία πρώην και νύν μαοϊκή, αυτόνομη ή οικολογική
οργάνωση δεν πρόκειται να πάει προς την επανάσταση. Το αν θα μετακινηθεί
σε ορισμένες θέσεις αριστερότερα δεν σημαίνει ότι καλύπτει στο ελάχιστο
το κενό της επαναστατικής ηγεσίας. Όσο για την επανάσταση για μας δεν
είναι μια υπόθεση για το μακρινό μέλλον, αλλά μια δυνατότητα που βρίσκεται
στα όρια της βιολογικής μας ύπαρξης και γι αυτό υιοθετούμε εξ ολοκλήρου
τη μεθοδολογία του μπολσεβικισμού, χωρίς να παζαρεύουμε τίποτα από την
ουσία του.
Για μας αυτή η ταχτική είναι συνώνυμο της διάλυσης. Σε καμία περίπτωση
δεν μπορούμε με τα αποτυχημένα υλικά του σταλινισμού και του μαοϊσμού
να χτίσουμε οτιδήποτε σήμερα και πολύ περισσότερο ένα επαναστατικό κόμμα.
Το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς από τέτοιες καταστάσεις είναι η
δημιουργία αριστερών αγωνιστικών, αλλά πάντα ρεφορμιστικών, κομμάτων που
θα παρεμβαίνουν σε διάφορα ξεκομμένα ζητήματα όπως φασισμός, ρατσισμός,
ανεργία, καταστολή, κλπ, χωρίς όμως να δίνουν μια άλλη προοπτική έξω από
τα όρια της αστικής νομιμότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αδιαφορούμε για το τι συμβαίνει γύρω μας, ή ότι
περιμένουμε δια μέσου των ατομικών στρατολογιών να χτίσουμε το κόμμα.
Το να περιορίζεται κανείς απλά στην ανάδειξη των προβλημάτων της "ανασύνθεσης"
και στην καταδίκη τους, σημαίνει ότι είναι ένας αθεράπευτος σεχταριστής
που, καθισμένος στην πολυθρόνα των αρχών του, αρνείται να βρέξει τα πόδια
του και να λερώσει τα χέρια του. Πράγματι μετά το 89 βρισκόμαστε σε μία
περίοδο ανασύνθεσης της αριστεράς. Το βασικό ωστόσο στοιχείο της είναι
η απαξίωση των στρατηγικών όλων των παραφυάδων του σταλινισμού εξαιτίας
βασικά της κατάρρευσης της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτή η διαδικασία πράγματι
απελευθερώνει δυνάμεις οι οποίες σπάνε από την επιρροή της παραδοσιακής
ρεφορμιστικής αριστεράς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι δυνάμεις αυτές
στο βαθμό που χαϊδεύουμε τις αυταπάτες τους θα έρθουν μαζί μας. Το πιθανότερο
είναι με τα χάδια και τα σάλια να μας μεταφέρουν τη σύγχυση που κουβαλάνε
στα μυαλά τους.
Η μόνη ταχτική για να κερδίσει κανείς από το κενό που αφήνει η παραδοσιακή
αριστερά, και πολύ περισσότερο από τη νέα ριζοσπαστικοποίηση που πλησιάζει
την αριστερά με πολύ πιο υγιή και καθαρά μυαλά είναι το σφυροκόπημα με
το δικό μας πρόγραμμα και ο μόνος τρόπος για να απλωθεί το πρόγραμμά μας
είναι να έχει πίσω του μια ισχυρή οργάνωση που να μπορεί να το πραγματοποιεί.
(Γενάρης
2001)
|