|
|
|
Kοινοβούλιο
και επαναστατική αριστερά
Η
απάτη του κοινοβουλευτισμού
Κάθε
εκλογική διαδικασία (βουλευτικές ή δημοτικές εκλογές) αποτελεί μια ευκαιρία
για την αστική τάξη και τους πολιτικούς της υπηρέτες να υποστηρίξουν ότι
κυβερνούν τη χώρα "δημοκρατικά" και ότι εν πάση περιπτώσει αντιπροσωπεύουν
την πλειοψηφία αυτής της κοινωνίας. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το ολοφάνερο
αυτό γεγονός; Όσοι τώρα διαφωνούν και αγανακτούν από την πολιτική που
ακολουθεί η εκάστοτε κυβέρνηση θα πρέπει να κάνουν υπομονή περιμένοντας
την ιερή στιγμή των επόμενων εκλογών για να εκφράσουν τη διαφωνία τους
και τελικά, αν επιθυμούν, να αλλάξουν την κυβέρνησή τους. Στη βάση αυτή
όποιος προσπαθεί να ανατρέψει την κυβερνητική πολιτική με μέσα που δεν
έχουν σχέση με το ψηφοδέλτιο είναι μειοψηφικό αντιδημοκρατικό στοιχείο
και ενδεχομένως οπαδός ολοκληρωτικών δικτατορικών λογικών.
Με βάση τα παραπάνω επιχειρήματα οι οπαδοί του κοινοβουλευτισμού αποκρύπτουν
την ουσία της δημοκρατίας τους. Και η ουσία είναι ότι "αυτό που υπάρχει
σε όλες τις πολιτισμένες καπιταλιστικές χώρες δεν είναι καθόλου η "δημοκρατία
γενικά" αλλά η "αστική δημοκρατία". Στην πραγματικότητα
πρόκειται για μια τυπική δημοκρατία που εξαντλείται στο δόγμα ότι όλοι
είναι ίσοι μπροστά στο νόμο ανεξάρτητα από την καταγωγή τους, την ιδιοκτησία
και τα αξιώματα που κατέχουν. Ακριβώς εδώ βρίσκεται η απάτη. Εδώ αποκρύπτεται
το ταξικό περιεχόμενο της "δημοκρατίας". Όλοι έχουν το δικαίωμα
να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους μόνο που η άποψη του Κόκαλη ή του
Βαρδινογιάννη και του Λαμπράκη φτάνει παντού ενώ του εργάτη φτάνει μόνο
στον διπλανό του.
Αυτός που προσδιορίζει τελικά το χαρακτήρα και το περιεχόμενο της δημοκρατίας
είναι η κυρίαρχη τάξη. Η τάξη δηλαδή που δια μέσου της κατοχής της στα
μέσα παραγωγής ιδιοποιείται τον πλούτο της κοινωνίας και κατά συνέπεια
έχει την υλική δυνατότητα να ελέγχει τους ιδεολογικούς και πολιτικούς
μηχανισμούς του κράτους ή να δημιουργεί και κατευθείαν δικούς της. Το
κράτος λοιπόν δουλεύει εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης
και σε καμία περίπτωση σαν διαιτητής ανάμεσα στους καταπιεστές και τους
καταπιεζόμενους. Στο πλαίσιο αυτό η κοινοβουλευτική δημοκρατία λειτουργεί
ως μέσο επιβεβαίωσης και νομιμοποίησης της αστικής κυριαρχίας . Η κοινοβουλευτική
δημοκρατία είναι απλώς ένα μέσο εξαπάτησης της μικροαστικής και της εργατικής
τάξης προκειμένου να ζουν στην αυταπάτη ότι κατέχουν διάμεσο της ψήφου
ένα κομμάτι της εξουσίας. Με τον κοινοβουλευτισμό η αστική τάξη εμφανίζεται
ως νόμιμος κάτοχος της εξουσίας αφού η κυβέρνηση προκύπτει από την ελεύθερη
καθολική ψήφο. Ξεχνούν όμως το βασικότερο:
Όσο οι καπιταλιστές ελέγχουν τα εργοστάσια, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις
και την οικονομική ζωή κρατούν υπό την κυριαρχία τους και όλα τα μέσα
προπαγάνδας και αναπαραγωγής της δικής τους (αστικής) ιδεολογίας: Τα σχολεία,
τον τύπο, το Ράδιο, την τηλεόραση, τα πανεπιστήμια. Είναι καθαρό ότι όποιος
ελέγχει όλα αυτά μπορεί και να διαμορφώνει τη συνείδηση και τη γνώμη εκατομμυρίων
ανθρώπων ακόμα και αυτών που ανήκουν στο αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο. Δεν
είναι καθόλου τυχαίο που ακόμα και πάμφτωχοι εργάτες, αγρότες ή μικρομαγαζάτορες
ψηφίζουν αστικά κόμματα και είναι πιστοί στο αστικό αντιδραστικό τρίπτυχο
"πατρίς, θρησκεία, οικογένεια".
Επιπλέον η οικονομική δύναμη που έχει η αστική τάξη της δίνει μια εκπληκτική
δυνατότητα για την εξαγορά συνειδήσεων μέσω ρουσφετιών, επιλεγμένων μικροπαροχών
και ψευτοϋποσχεσεων. Στο τέλος τα αφεντικά χρηματοδοτούν με δισεκατομμύρια
τις εκλογικές καμπάνιες των αστικών (ακόμα και ρεφορμιστικών) κομμάτων
"πείθοντας" και τους τελευταίους αναποφάσιστους ότι δεν υπάρχει
άλλη λύση και ότι θα πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στις γνωστές εναλλακτικές
"το μικρότερο κακό" γι' αυτούς. Κάτω από αυτές τις συνθήκες
είναι σχεδόν απίθανο η αστική τάξη να βγει χαμένη. Πολύ απλά το παιχνίδι
είναι στημένο. Όσο για τις σπάνιες περιπτώσεις που οι κάλπες δεν βγάλουν
ότι επιθυμούν τα αφεντικά υπάρχει λύση: Ο στρατός ή έστω η απειλή ενός
πραξικοπήματος έτσι ώστε να το ξανασκεφτούν όσοι θέλουν ν' αλλάξει η υπάρχουσα
κατάσταση. Κάπως έτσι ξεδιπλώνεται η απάτη του αστικού κοινοβουλευτισμού.
Ίσως κάποιοι αμετανόητοι υποστηρικτές αυτού του συστήματος μας απαντήσουν:
"Μα τι είναι αυτά που λέτε; Εδώ όλοι έχουν δικαίωμα να λένε ότι θέλουν,
το Σύνταγμα επιτρέπει την "ελευθερία των συγκεντρώσεων και του τύπου".
Παραμύθια. Για την εργατική τάξη και τις οργανώσεις της δεν υπάρχει παρά
μόνο ένα τσόφλι ελευθερίας. "Ακόμα και στη δημοκρατικότερη αστική
δημοκρατία η "ελευθερία των συγκεντρώσεων" είναι μια κούφια
φράση αφού οι πλούσιοι κατέχουν τα καλύτερα δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα
και έχουν την αναγκαία άνεση να συγκεντρώνονται κάτω από την προστασία
του αστικού κρατικού μηχανισμού τους". Η "ελευθερία του τύπου"
είναι και αυτή είναι ψέμα όσο τα καλύτερα τυπογραφεία και τα μεγαλύτερα
αποθέματα χαρτιού είναι στη διάθεση των καπιταλιστών".
Τα ελεγχόμενα από το κεφάλαιο ΜΜΕ μπορούν να μισθώνουν xιλιάδες επαγγελματίες
δημοσιογράφους και τεχνικoύς, να μεταδίδουν ότι θέλουν και να το αξιολογούν
όπως θέλουν. Από την άλλη οι εργάτες δεν έχουν καμία απ' αυτές τις ανέσεις.
Οι εφημερίδες που υποστηρίζουν τα συμφέροντα των εργατών είναι ελάχιστες
και με πενιχρά μέσα. Την ίδια στιγμή από τους εκατοντάδες τηλεοπτικούς
και ραδιοφωνικούς σταθμούς, τον καθημερινό και περιοδικό τύπο ένα ελάχιστο
ποσοστό είναι έξω από τον έλεγχο των καπιταλιστών.
Η μόνη πραγματική ελευθερία που έχουν οι εργάτες είναι να μπορούν ελεύθερα
να πωλούν την εργατική τους δύναμη. Όλα τα άλλα είναι φλυαρίες. Θεωρητικά
ο εργάτης μπορεί να συμμετέχει στην πολιτική ζωή. Πρακτικά όμως είναι
αδύνατον. Δουλεύοντας 8 ώρες, τρώγοντας στις διαδρομές άλλες δύο και γυρνώντας
ξεθεωμένος στο σπίτι, του μένουν 4-5 ώρες για να ασχοληθεί με τον εαυτό
του και τους δικούς του. Καταλαβαίνει κανείς ότι δεν προλαβαίνει καλά
να διαβάσει μια εφημερίδα. Ποια πολιτική δράση μπορεί να αναπτύξει κάποιος
ελεύθερα, την στιγμή που όποιος έχει τέτοια δράση σε μια επιχείρηση μπαίνει
στη μαύρη λίστα. Ποιά ελευθερία έχει να απεργήσει ή να διαδηλώσει όταν
αυτό μπορεί να σημαίνει απόλυση ή ξύλο από τα ΜΑΤ. Ποιά ισότητα έχει κάποιος
στο δικαστήριο όταν τα έξοδα για μια μόνο δίκη είναι πάνω από ένα μισθό;
Όσο για το κοινοβούλιο που προκύπτει από τις εκλογές αυτό είναι ένα διακοσμητικό
όργανο. Όλες οι αποφάσεις για τα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα της
χώρας παίρνονται αλλού: Στα επιτελεία της αστικής τάξης. Το Σύνδεσμο Ελλήνων
Βιομηχάνων, την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών και τους τραπεζίτες. Η κυβέρνηση
είναι εκτελεστικό όργανο αυτών των επιτελείων και το κοινοβούλιο ψηφίζει
νόμους που εξυπηρετούν τα συμφέροντα των αφεντικών.
Ρεφορμιστές
και κοινοβούλιο
Αν υπήρχε η δυνατότητα μέσω του κοινοβουλευτικού αγώνα να αλλάξει η κοινωνία
τα πράγματα θα ήταν απλά. Θα είχαμε μπροστά μας μια αντιπαράθεση επιχειρημάτων
μέχρι να κερδίζουμε την πλειοψηφία των ψηφοφόρων. Μια τέτοια στρατηγική
όμως δεν έχει καμία ελπίδα επιτυχίας για δύο λόγους: Πρώτον γιατί είναι
αδύνατο με τα πενιχρά μέσα που έχει στη διάθεσή του ένα επαναστατικό κόμμα
να συναγωνιστεί τους μηχανισμούς και τα κόμματα της αστικής τάξης. Μάλιστα
οι μηχανισμοί αυτοί δεν είναι μόνο ιδεολογικοί. Ο εκφοβισμός, οι απειλές
είναι μέσα "πειθούς" και συμμόρφωσης για όσους δεν καταβαίνουν
από λόγια. Κάτω απ' αυτές της συνθήκες μόνο ένα μικρό ποσοστό προερχόμενο
βασικά από την εργατική τάξη και τη νεολαία θα προσχωρήσει στις μαρξιστικές
ιδέες. Δυστυχώς η πλειοψηφία θα παραμένει στην καθυστέρηση την αμάθεια
και το φόβο που της επιβάλλουν οι αστικοί μηχανισμοί. Εγκλωβισμένη στα
αστικά ιδεολογήματα της εθνικής ενότητας, στην παρηγοριά της μεταθανάτιας
ζωής και τελικά στην πεσισμιτική λογική ότι δεν αλλάζει τίποτα και το
μόνο που μένει είναι ο ατομικός αγώνας για την επιβίωση. Ο δεύτερος λόγος
που η στρατηγική αυτή είναι αδιέξοδη αφορά την αντίδραση της αστικής τάξης
στην περίπτωση που οι κάλπες βγάλουν ένα απροσδόκητο γι' αυτήν αποτέλεσμα.
Είναι δεδομένο ότι δεν πρόκειται να το ανεχτεί. Κάθε φορά που οι καπιταλιστές
ένιωθαν ότι κινδυνεύει η εξουσία τους ήταν αυτοί οι πρώτοι που κατέλυαν
την αστική νομιμότητα οργανώνοντας στρατιωτικά πραξικοπήματα ή περιορίζοντας
κατά περίπτωση ακόμα και αυτά τα τυπικά δημοκρατικά δικαιώματα. Στην Ελλάδα
τον Αύγουστο του '36 λίγο μετά το Μάη της Θεσσαλονίκης ο Μεταξάς κατέλαβε
την εξουσία με πραξικόπημα. Από το '46 ως το '74 η ελληνική αστική τάξη
είχε στην παρανομία τις κομμουνιστικές οργανώσεις στέλνοντας παράλληλα
χιλιάδες αγωνιστές στα ξερονήσια και αναγκάζοντας χιλιάδες αριστερούς
να εγκαταλείψουν τη χώρα εξαιτίας των διωγμών και της τρομοκρατίας. Από
το 67 ως το '74 για 7 χρόνια οι καπιταλιστές έδωσαν την εξουσία στη χούντα
των συνταγματαρχών μη εμπιστευόμενοι ούτε καν τους πολιτικούς τους υπάλληλους
και το κοινοβούλιό τους.
Όσοι σήμερα πιστεύουν ότι το κοινοβούλιο είναι ο δρόμος για την κοινωνική
αλλαγή είτε είναι ανόητοι είτε κοροϊδεύουν την εργατική τάξη συμμετέχοντας
ενεργά στην παραπλάνησή της. Αυτοί που μιλούν στο όνομα του σοσιαλισμού
και καλλιεργούν τέτοιες αυταπάτες έχουν σαν μοναδική τους επιδίωξη να
νομιμοποιούν την αστική δημοκρατία και τους μηχανισμούς της στη συνείδηση
της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα να απονομιμοποιούν το μόνο ουσιαστικό
πεδίο αντιπαράθεσης που είναι η πάλη των τάξεων στα εργοστάσια στις επιχειρήσεις,
στις γειτονιές και τους δρόμους.
Η
τακτική μας στις εκλογές
Η διατύπωση του Μαρξ για τον κοινοβουλευτισμό διατηρεί όλη την επικαιρότητά
της: "Αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν το σύστημα θα ήταν παράνομες".
Η ιστορική πείρα 150 χρόνων σύγρονου αστικού κοινοβουλευτισμού έχει επιβεβαιώσει
απόλυτα τη θέση του Μαρξ ότι το δεν υπάρχει κανένας κοινοβουλευτικός δρόμος
προς το σοσιαλισμό, παρά μόνο ο δρόμος της προλεταριακής επανάστασης και
της καταστροφής του αστικού κράτους.
Το γεγονός αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όταν γίνονται εκλογές εμείς παριστάνουμε
τους αδιάφορους, καταγγέλλοντας γενικόλογα την εκλογική παρωδία. Αυτή
η στάση θα ήταν εντελώς σεχταριστική. Στο βαθμό που οι μάζες διατηρούν
τις αυταπάτες τους για το εκλογικό παιχνίδι, η οργάνωση της επαναστατικής
πρωτοπορίας πρέπει να έχει την δική της παρέμβαση. "Το ζήτημα -έλεγε
ο Λένιν- είναι να μην παίρνουμε το ξεπερασμένο για μας, σαν ξεπερασμένο
για την τάξη, σαν ξεπερασμένο για τις μάζες". Όταν λοιπόν ο κοινοβουλευτισμός
δεν είναι πολιτικά ξεπερασμένος "η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές
και στην πάλη από το βήμα της βουλής είναι υποχρεωτική για το κόμμα του
προλεταριάτου ακριβώς για να διαπαιδαγωγήσει τα καθυστερημένα στρώματα
της τάξης του. Όσο καιρό δε θα 'χετε τη δύναμη να διαλύσετε το αστικό
κοινοβούλιο και οποιοδήποτε αντιδραστικό οργανισμό άλλου τύπου, είστε
υποχρεωμένοι να δουλεύετε μέσα σ' αυτά ακριβώς γιατί εκεί μέσα υπάρχουν
ακόμα εργάτες που τους έχουν αποβλακώσει οι παπάδες και η αποπνικτική
ατμόσφαιρα των απομακρυσμένων χωριών. Διαφορετικά κινδυνεύετε να γίνεται
απλούστατα φαφλατάδες".
Για την αστική τάξη, όπως έχουμε πει, οι εκλογές χρησιμοποιούνται σαν
μέσο νομιμοποίησης της ταξικής της κυριαρχίας. Ωστόσο οι κάλπες δεν βγάζουν
πάντα αυτό που επιθυμεί ακριβώς η αστική τάξη. Ένα μη αναμενόμενο εκλογικό
αποτέλεσμα σε συνδυασμό με μια όξυνση της ταξικής πάλης μπορεί να αποτελέσει
τα βασικά υλικά μιας πολιτικής κρίσης, δηλ. μιας κρίσης διακυβέρνησης
της αστικής εξουσίας. Είναι σαφές ότι κάτι τέτοιο θα διευκόλυνε τόσο την
εργατική τάξη όσο και τη στρατηγική μας. Όπως και να 'χει οι εκλογές δίνουν
ένα μήνυμα. Δείχνουν έστω και σαν παραμορφωτικός φακός προς τα που κινείται
η κοινωνία. Μια ενίσχυση των δεξιών κομμάτων προφανώς θα σημαίνει μια
μετατόποιση των μικροαστικών στρωμάτων προς τα δεξιά. Αντίθετα μια άνοδος
των ρεφορμιστικών εργατικών κομμάτων αντανακλά μια κίνηση προς τ' αριστερά
και ούτω καθεξής. Επιπλέον όμως το αποτέλεσμα των εκλογών έχει και αυτό
τη δυναμική του. Αν τα αριστερά κόμματα πατώσουν καταλαβαίνει, κανείς
ότι το θράσος της αστικής πτέρυγας θα εκτιναχθεί στα ύψη, ενώ το ηθικό
του εργατικού στρατοπέδου θα παραπαίει. Μπροστά σε όλα αυτά, ακόμα και
μια μικρή επαναστατική οργάνωση δεν μπορεί να μένει απαθής. Οι ιδέες μας
δεν μπορούν να βρουν κανένα έδαφος σε ένα περιβάλλον που στρέφεται προς
τα δεξιά. Πάντοτε μια αριστερή μετατόπιση δημιουργεί το καλύτερο έδαφος
για την ανάπτυξή μας, όπως αντίθετα ένα κλίμα εθνικισμού ή ρατσισμού ανοίγει
το δρόμο στους φασίστες.
Η τακτική μιας αυτόνομης καθόδου στις εκλογές μπορεί να έχει ένα νόημα
μόνο στο βαθμό που θα αντανακλά μια κεκτημένη επιρροή στην πρωτοπορία
της εργατικής τάξης και της νεολαίας και φυσικά μιας ισχυρή οργάνωση σε
εθνικό επίπεδο. Η εκλογική κάθοδος της επαναστατικής οργάνωσης δεν αποβλέπει
τόσο στην είσοδό της στο κοινοβούλιο όσο στην καταγραφή της δύναμής της
σε μια κεντρική καταμέτρηση. Είναι η ευκαιρία για το επαναστατικό κόμμα
να προπαγανδίσει σε πολύ πλατύτερα ακροατήρια το επαναστατικό του πρόγραμμα.
Αλλά και μες το κοινοβούλιο οι βουλεύτές του επαναστατικού κόμματος χρησιμοποιούν
το βήμα του κοινοβουλίου για να καταγγείλουν τη σαπίλα αυτής της κοινωνίας
από τα μέσα, μπροστά σε όλο τον εργαζόμενο λαό.
Ακόμη όμως και εάν μία μικρή επαναστατική οργάνωση δεν έχει ελπιδες να
βγει στη βουλή και, κατά συνέπεια, να χρησιμποποιήσει το κοινοβούλιο μ'
αυτόν τον τρόπο, και πάλι είναι λάθος να απέχει από την εκλογική μάχη.
Αν το κάνει αυτό, αποκόπτεται από τη εργατική τάξη, η οποία συνεχίζει
να αντιμετωπίζει τις εκλογές σαν ένα όπλο ενάντια στην κυβέρνηση, σαν
μία πολιτική μάχη, στην οποία της δίνεται η δυνατότητα να εκφράσει την
αντίθεσή της προς την αστική πολιτική. Η λογική του λευκού και του άκυρου
είναι η λογική "σ' αυτή τη μάχη εμείς (οι καθαροί) δεν παίρνουμε
θέση. Τοποθετούμε τον εαυτό μας πάνω από την εργατική τάξη που - τι κρίμα
- δεν εχει ακόμα καταλάβει ότι μέσα από τις εκλογές δεν αλλάζουν τα πράγματα."
Όσο κι αν ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται μέσα από εκλογές, το ηθικό της
εργατικής τάξης και, κατά συνέπεια, η διάθεσή της για αγώνες την αμέσως
επόμενη περίοδο επιρρεάζεται από το εκλογικό αποτέλεσμα. Και αυτό το εκλογικό
αποτέλεσμα το συνδιαμορφώνει και η Αριστερά πρώτα καταψηφίζοντας την αστική
πολτική και στη συνέχεια με την αγωνιστική της στάση την επόμενη των εκλογών.
|