Στείλε και τύπωσε το άρθρο

 

Γιουγκοσλαβία : Καπιταλιστική Παλινόρθωση και πόλεμος

Η "δεύτερη Γιουγκοσλαβία", όπως συνηθίζεται να λέγεται η χώρα που προέκυψε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ήταν ένα εργατικό κράτος γραφειοκρατικά παραμορφωμένο. Η απαλoτρίωση της καπιταλιστικής τάξης μετά το 46, η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής και ο κεντρικός σχεδιασμός της, η μονοπώληση του εξωτερικού εμπορίου, καθορίζουν τον μη-καπιταλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Πρόκειται όμως για ένα κράτος γραφειοκρατικά παραμορφωμένο από τη γέννησή του. Η γραφειοκρατική κάστα, ελέγχοντας εξολοκλήρου από τη θέση της στο κράτος, τη σφαίρα διανομής του κοινωνικού προϊόντος, εξασφαλίζει σε βάρος του εργαζόμενου λαού μια σειρά οικονομικών και κοινωνικών προνομίων, τα οποία και υπερασπίζει ενάντια στις απαιτήσεις των εργαζομένων. Η Γιουγκοσλαβία πέρασε το κατώφλι της κοινωνικής κρίσης πριν από κάθε άλλη χώρα του ανατολικού μπλοκ, πράγμα που έχει την εξήγησή του. Οι οικονομίες των εκφυλισμένων εργατικών κρατών κυκλωμένες από έναν καπιταλιστικό περίγυρο αντιμετωπίζουν τελικά το δίλημα, είτε της αυτοαπομόνωσης, που τις βυθίζει σταδιακά στην καθυστέρηση (πχ Αλβανία), είτε της σύναψης σχέσεων μαζί του, που τελικά τις δένει στο άρμα και τις περιπέτειες του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας έχουμε την πιο ακραία εφαρμογή της δεύτερης λύσης. Τα δάνεια από τον ιμπεριαλισμό έπρεπε κάποια στιγμή να πληρωθούν. Το εξωτερικό χρέος βαραίνει ασφυχτικά μια οικονομία ήδη ανοιχτή και ευάλωτη στις κρίσεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η οικονομική κρίση θα χτυπήσει την ομοσπονδία με εξαιρετική σφοδρότητα στο τέλος της δεκαετίας του 70, διαλύει τα όνειρα ευημερίας και κλυδωνίζει βίαια συνολικά τον κοινωνικό ιστό της χώρας. Το 80 πεθαίνει ο Τίτο, κλείνοντας έτσι και συμβολικά τον κύκλο της τιτοϊκής, μεταπολεμικής Γιουγκοσλαβίας.

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας

Ο θάνατος του Τίτο δεν αφήνει μόνο τη Γιουγκοσλαβία να σπαράσσεται από την οικονομική κρίση, αλλά και τους γραφειοκράτες να τρώγονται για τη διαδοχή του. Σε πρώτη φάση, "φυσιολογικά" κερδίζει η μερίδα εκείνη που υπόσχεται συνέχεια της πολιτικής του Τίτο. Πρόκειται για το τμήμα της γραφειοκρατίας που έχει συνδέσει τα προνόμιά του με τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν. Η συμμαχία του μπλοκ εξουσίας είναι οι τοπικοί γραφειοκράτες που στηρίζουν σε κεντρικό - ομοσπονδιακό επίπεδο την εξουσία του Βελιγραδίου. Τόσο "συγκεντρωτική", ώστε να εγγυάται το ισοβαρές μοίρασμα της κρίσης στις λαϊκές μάζες και την συγκεντρωτική, άρα και αποτελεσματική, καταστολή. Τόσο "αποκεντρωτική", ώστε να τους επιτρέπει να λεηλατούν τον κοινωνικό πλούτο σε τοπικό επίπεδο. Το Σύνταγμα του 74 τους έδινε αυτό το δικαίωμα, καθώς κάθε τοπική γραφειοκρατία είχε τον πρώτο λόγο στο σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής για την περιοχή της.
Δεν είναι όμως μόνοι. Από τα σπλάχνα της γραφειοκρατίας αναδύεται ένα κομμάτι, με μια άλλη στρατηγική. Αυτοονομάζονται "μεταρρυθμιστές κομμουνιστές" και έχουν το φάρμακο για όλες τις ασθένειες της κοινωνίας: επιστροφή στον καπιταλισμό, άνοιγμα στους "νόμους της αγοράς". Πρόκειται για ένα κομμάτι, που αντιμέτωπο με τα οικονομικά αδιέξοδα προκρίνει τη λύση της διάλυσής του παραμορφωμένου εργατικού κράτους, της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Μια διαδικασία που θα ανοίξει σε λίγο σε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη. Στη Γιουγκοσλαβία η βασική διαφορά με τα υπόλοιπα εκφυλισμένα εργατικά κράτη είναι πως πρόκειται για ένα πολυεθνικό κράτος. Η "λύση" της καπιταλιστικής παλινόρθωσης δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει με ακρίβεια στη διάλυση της ομοσπονδίας και την αντικατάστασή της από μια σειρά καπιταλιστικά έθνη-κράτη. Έτσι, δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν ότι οι χθεσινοί σταλινικοί πετάν τα σταλινικά ενδύματα και φορούν τα "νέα" του εθνικισμού. Ο εθνικισμός τους δεν είναι ζήτημα τυχαίας επιλογής, αλλά οργανική.

Η οικοδόμηση
του σέρβικου εθνικισμού

Ο σέρβικος εθνικισμός δεν προέκυψε αυθόρμητα. Οικοδομήθηκε μεθοδικά μέσα από μια διαδικασία που κράτησε χρόνια και διαμόρφωσε δυο γενιές. Τη δεκαετία του 70 είναι μειοψηφικό ρεύμα που τελεί υπό διωγμό. Η άνδρωσή του ξεκινά μόνο στο τέλος της δεκαετίας με την προσχώρηση σε αυτόν του μεγάλου κομματιού της σέρβικης διανόησης. Θα συνταχτεί σταδιακά γύρω από τις απόψεις του Τσόσιτς στηρίζοντάς τις με όλο το κύρος που κουβαλά η πανεπιστημιακή έδρα πανεπιστημιακών σαν τους Έκμεζιτς, Σάμαρτζις, Τζούρεβιτς, Σέσελι. Οι διανοούμενοι ήταν ένα τμήμα που ασφυκτιούσε κάτω από τη συγκεκριμένη νομή εξουσίας. Οι απολαβές τους δεν ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές ενός καλού μάστορα. Απεναντίας, έβλεπαν δίπλα τους να αρχίζει να ξεχωρίζει ένα άλλο κομμάτι της γραφειοκρατίας που πλουτίζει γρήγορα με τη μαύρη αγορά στο περιθώριο που αφήνουν οι τριγμοί του κεντρικού οικονομικού σχεδίου. Η διάλυση του γιουγκοσλαβικού κοινωνικού ιστού και η παράλυση της γραφειοκρατίας, επιτρέπει στη διανόηση να απεξαρτηθεί από τον ασφυχτικό έλεγχο της χωρίς να διακινδυνεύει το μισθό της. Το αντίθετο μάλιστα, προσδοκά να τον αυξήσει. Η συμπεριφορά της διανόησης ήταν η ίδια σε όλη την ανατολική Ευρώπη και έπαιξε τον ίδιο ρόλο στη διαδικασία διάλυσης των εκφυλισμένων εργατικών κρατών. Στάθηκε από την αρχή ανοιχτά με την παλινόρθωση του καπιταλισμού και στήριξε με κάθε τρόπο τα ιδεολογήματά της. Στην υπόλοιπη ανατολική Ευρώπη αυτό περνούσε μέσα από την πάλη για "δημοκρατία", για "διαφάνεια" και "ελεύθερη οικονομία". Στην πολυεθνική Γιουγκοσλαβία όμως, που η παλινόρθωση περνούσε μέσα από την εθνική εκκαθάριση, οι πνευματικοί πατέρες έπρεπε να κυλιστούν στο βούρκο του εθνικισμού από την κορφή ως τα νύχια. Και το έκαναν. Πρόκειται για την εξαχρείωση μιας ομάδας ανθρώπων που έχουν κερδίσει τον τίτλο της "πνευματικής κεφαλής" εξαιτίας της ευλύγιστης μέσης τους στο προηγούμενο καθεστώς.
Το 1981 η γραφειοκρατία ήρθε σε συνεννόηση με την εθνικιστική αντιπολίτευση προκειμένου να καταπνίξει την εξέγερση στο Κόσσοβο. Η εξέγερση του 81 στο Κόσσοβο δεν ήταν ένα εθνικό κίνημα, αλλά μια πράξη απελπισίας του πιο φτωχού κομματιού της γιουγκοσλαβικής κοινωνίας, των κοσσοβάρων εργατών και αγροτών. Το ταξικό υπόβαθρο της κίνησής τους φαίνεται από το προωθημένο σύνθημά που πρωτοφώναξαν στους δρόμους: "Κάτω η κόκκινη μπουρζουαζία". Η εξέγερση καταστάλθηκε με δολοφονίες και συλλήψεις. Πάνω στην καταστολή της κοσσοβάρικης εξέγερσης έγινε η -ας την ονομάσουμε έτσι- "συμφωνία του τύπου" ανάμεσα στην κεντρική γραφειοκρατία και την εθνικιστική αντιπολίτευση. Δεν επρόκειτο απλά για ένα επεισόδιο, αλλά για μια καμπάνια τεράστιων διαστάσεων, που απαιτούσε εκκαθαρίσεις προσωπικού, ανακατανομές, κίνητρα.
Το αποτέλεσμα της "συμφωνίας του τύπου" ήταν πως τα ΜΜΕ ξέφυγαν από τον ασφυχτικό έλεγχο της γραφειοκρατίας, για να πέσουν κάτω από τον εξίσου ασφυχτικό έλεγχο του εθνικισμού. Το βασικό σε όλα αυτά ήταν πως ο εθνικισμός αποκτά φωνή σε μαζικά ακροατήρια και ξεκινά την αλματώδη του ανάπτυξη.
Η καμπή σε αυτή τη διαρκή καμπάνια είναι το 1986. Το Γενάρη ο εθνικισμός σαν αντιπολίτευση διατυπώνει πρόγραμμα εξουσίας με τη "διακήρυξη των 200". Φτάνει σ' αυτή μέσα σε 5 μήνες με την άνοδο του Μιλόσεβιτς στη θέση του γραμματέα του ΚΚ Σερβίας το Μάη του 86.

Εθνικισμός και καπιταλιστική παλινόρθωση

Η ιστορία του σέρβικου εθνικισμού πλέον συναντά τους υπόλοιπους στη διάλυση του εκφυλισμένου εργατικού κράτους της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Τη Σερβία ακολουθούν οι υπόλοιπες δημοκρατίες με διαφορά φάσης. Έτσι το ξεδίπλωμα του εθνικισμού στις υπόλοιπες δημοκρατίες και η αναρρίχηση των παλινορθωτικών κλικών στις πρωτεύουσές τους φαινόταν σε πρώτη φάση στα έθνη των δημοκρατιών, αλλά και σε τρίτους παρατηρητές, σαν "δίκαιη άμυνα απέναντι στην επεκτατικότητα των σέρβων". Κάποιοι μαρξιστές πέσανε σε αυτή την παγίδα, υποστηρίζοντας τους πάντες που αντιτίθονταν στο "φασίστα Μιλόσεβιτς". Συνήθως ερμήνευαν την αναγέννηση του εθνικισμού στις υπόλοιπες δημοκρατίες σαν εξεγέρσεις ενάντια σε κάποια υποτιθέμενη εθνική καταπίεση.
Η έξαρση του εθνικισμού δεν ήταν αντίδραση σε καμιά εθνική καταπίεση. Η γραφειοκρατία ως κάστα είναι πολυεθνική, δεν έχει εθνική συνείδηση. Καμία αστική τάξη όμως στον πλανήτη δεν είναι (δεν μπορεί να είναι) μη εθνική. Ο εθνικισμός είναι επιλογή-μονόδρομος για τη γραφειοκρατία που θέλει να μεταβληθεί σε αστική τάξη. Έτσι η αναβίωση του ξεκινά αρχικά σαν ενδογραφειοκρατική σύγκρουση, ένα εθνικό "ξεκαθάρισμα" μες την ίδια τη γραφειοκρατία. Ποιο κομμάτι της, και στο όνομα ποιου έθνους, θα είναι ο "νόμιμος κληρονόμος" του πλούτου του πολυεθνικού κράτους. Πώς από τη διαχείριση αυτού του πλούτου (ως γραφειοκρατία) θα μοιράσουν την αυριανή κατοχή του (ως μέλλουσα αστική τάξη).
Στις επιλογές αυτές της γραφειοκρατίας έπρεπε να προσαρμοστούν οι δομές του κρατικού μηχανισμού με το διαμελισμό των πολυεθνικών κρατών και τη δημιουργία νέων, "εθνικά καθαρών" αστικών κρατών. Το ιδεολόγημα του σταλινισμού παραχωρεί τη θέση του στον εθνικισμό. Δεν είναι τυχαία επιλογή, αλλά ένας μονόδρομος. Η κυρίαρχη ιδεολογία δεν είναι μια μάσκα που επιλέγει να φορά ή όχι κάθε εκμεταλλευτής για να εξαπατά τον εκμεταλλευόμενο. Είναι η αντανάκλαση της υλικής πραγματικότητας και αλλάζει όχι όταν το θελήσει ο κυρίαρχος, αλλά όταν αλλάζει η πραγματικότητα. Κι αν είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του είναι γιατί η υλική πραγματικότητα εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Έτσι, οι τρύπες στις σημαίες, η επαναφορά των ύμνων και των επετείων, το βρικολάκιασμα των παπάδων, το συνολικό "εθνικό ξαναγράψιμο" της ιστορίας, δεν είναι απλά εφευρήματα. Είναι η απόρροια των πραγματικών αλλαγών στην κοινωνική φύση αυτών των κρατών, είναι η ιδεολογική έκφραση μιας διεργασίας: της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αυτή η διαδικασία ήταν η κοινή βάση, φαινομενικά διαφορετικών γεγονότων. Έτσι, αλλού προχώρησε παράλληλα με την κίνηση των μαζών, ως το ιδεολογικό επικάλυμμα των λαϊκών εξεγέρσεων, όπως στις Βαλτικές χώρες, αλλού ενάντια στη θέλησή τους, όπως στη Τσεχοσλοβακία, όπου ο διαμελισμός της αποφασίστηκε αγνοώντας το 65% του λαού που είχε εκφραστεί υπέρ της ομοσπονδίας. Στην περίπτωσή μας, στη Γιουγκοσλαβία, χρειάσθηκε αιματηρούς πολέμους για να "ξεκαθαριστούν εθνικά" τα εδάφη των νέων αστικών κρατών, εξαιτίας της έλλειψης οποιασδήποτε "εθνικής καθαρότητας" στο έδαφος της. Την τελευταία αντίρρηση σε αυτή την ερμηνεία διαλύει η εκπληκτικά κοινή πορεία όλων των ηγετών των αναδυόμενων αστικών τάξεων. Και αυτοί, όπως ακριβώς και ο σωβινιστής Μιλόσεβιτς, ήταν πιστοί σταλινικοί, άνθρωποι του μηχανισμού, που στη συνέχεια σήκωσαν τη σημαία της μεταρρύθμισης και στο τέλος γίνονται ξεκάθαρα εθνικιστές. Ο Κούτσαν στη Σλοβενία. Ο Τούτζμαν στην Κροατία, ο σταλινικός που θα δώσει στους δρόμους του Ζάγκρεμπ τα ονόματα των Ουστάσι. Ο μουσουλμάνος Ιζετμπέγκοβιτς, που τρέχει στις ισλαμικές διασκέψεις και κηρύττει "την καταστροφή της μη ισλαμικής εξουσίας". Ο σοβαρός Γκλιγκόροφ, που ψάχνει τη βιολογική συνέχεια από τους μακεδόνες του Μεγαλέξανδρου. Οι διαφορές τους βρίσκονταν καταρχήν στο κατά πόσο ισχυρή οικονομικά ήταν η δημοκρατία "τους", και κατά δεύτερον πόσο εθνικά ομογενοποιημένη. Αυτό καθόριζε την οξύτητα της ρητορικής του εθνικισμού τους, αλλά όχι το περιεχόμενό του.

Η αποτυχία
ενός "συναινετικού διαζυγίου"

Ο ιδεολογικός αυτός μανδύας έντυνε τη νέα πραγματικότητα. Ήδη από το 87 το σύνολο της γραφειοκρατίας έχει αποφασίσει τη διάλυση του εργατικού κράτους και την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Η διαδικασία αυτή ακολούθησε παρόμοιο δρόμο σε όλα τα εκφυλισμένα εργατικά κράτη. Στη Γιουγκοσλαβία περιπλέχτηκε από το διαφορετικό επίπεδο "ετοιμότητας" κάθε τοπικής γραφειοκρατίας να την ακολουθήσει. Ετοιμότητα θα πει πως κάθε τοπική γραφειοκρατία παίρνοντας την απόφαση της παλινόρθωσης (και ξέροντας ότι αυτή περνά αναγκαστικά από τη διάλυση της Ομοσπονδίας) εξέταζε το κράτος "της". Εξέταζε την οικονομική του υποδομή και την ευκολία ή τη δυσκολία να αντικαταστήσει τον κρατικό μηχανισμό που ετοιμαζόταν να διαλύσει. Με βάση αυτές τις διαπιστώσεις προχωρούσε στις σχέσεις της με τους διάφορους ιμπεριαλιστές απ' όπου προσδοκούσε βοήθεια σε αυτό το έργο.
Δεν βρίσκονταν όλες οι τοπικές γραφειοκρατίες στο ίδιο επίπεδο. Πιο αισιόδοξη για να ανοιχτεί στην "ελεύθερη αγορά" η Σλοβενία εξαιτίας της οικονομικής της ανάπτυξης, της εθνικής ομοιογένειας του εδάφους της και της προνομιακής σχέσης της με τα γερμανικά κεφάλαια. Η Κροατία ακριβώς για τους ίδιους λόγους βρισκόταν στη δεύτερη θέση, αντιστάθμιζε όμως αυτή την έλλειψη εξαιτίας του κεντρικού ρόλου που είχε στην Ομοσπονδία. Η Σερβία αντιστάθμιζε τη σχετική οικονομική της υστέρηση με δύο σοβαρά χαρτιά τα οποία της έδιναν το απόλυτο προβάδισμα. Είχε τον έλεγχο της κρατικής μηχανής της Ομοσπονδίας ενώ ταυτόχρονα, πριν από οποιονδήποτε άλλο συγκροτούσε τα ένοπλα σώματά της. Η πολυεθνική σύνθεση του πληθυσμού της και η θέση της ανάμεσα στους δυο ισχυρούς της Ομοσπονδίας έκανε τη Βοσνία τον πιο παθητικό παίχτη που μέχρι τέλους ζητούσε έναν "άλλο δρόμο" για την παλινόρθωση από αυτόν της διάσπασης. Η Μακεδονία τελευταία σε αυτό τον αγώνα δρόμου στάθηκε από την αρχή μέχρι το τέλος περισσότερο παρατηρητής των γεγονότων που δεν ήταν στο χέρι της να επηρεάσει την εξέλιξή τους. Το αποτέλεσμα ήταν πως παρά την κοινή απόφαση για την παλινόρθωση, η κάθε τοπική γραφειοκρατία επεδίωκε διαφορές στους ρυθμούς της, έτσι ώστε να προστατέψει τα συμφέροντά της.
Αρχικά συμφωνήθηκε ένα μοντέλο σταδιακών μεταρρυθμίσεων και ανοιγμάτων στην οικονομία της αγοράς σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Μια ισορροπία αφάνταστα δύσκολη, αφού το θέμα της διάλυσης, άτυπα μεν, ωστόσο είχε τεθεί ήδη και κάθε τοπική γραφειοκρατία διεκδικούσε για τον εαυτό της το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας του "σχεδίου". Το προβάδισμα της σέρβικης γραφειοκρατίας έκανε το Μιλόσεβιτς περισσότερο τολμηρό στο να τορπιλίζει κάθε φορά την "συναινετική και αργή" πορεία των μεταρρυθμίσεων. Αυτή η εύθραυστη ισορροπία δεν άργησε να τιναχτεί στον αέρα.
Το "δισταχτικό" κομμάτι της γραφειοκρατίας τότε, στα μέσα του Οκτώβρη του 87, δίνει και την τελευταία του μάχη ενάντια στον Μιλόσεβιτς, στη 17η Σύνοδο της ΚΕ της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών. Με εμπροσθοφυλακή τον Στίπε Σούβαρ κέρδισε τη μάχη για να διαπιστώσει ότι έτσι κι αλλιώς ο πόλεμος ήταν χαμένος. Οι αποφάσεις της 17ης Συνόδου ήταν να προωθηθούν οι μεταρρυθμίσεις στην οικονομία, την πολιτική και το κόμμα με ελεγχόμενους ρυθμούς. Όταν τα γεγονότα τρέχουν, όμως, νικητής είναι αυτός που πηγαίνει καβάλα στην ταχύτητα των γεγονότων. Γιατί βγαίνοντας από τις πόρτες τις Συνόδου δεν μπορούσε κανείς να επιβάλει στον Μιλόσεβιτς τίποτα. Κανένας "συγκεντρωτισμός" δεν μπορεί να κρατήσει δεμένους τους γραφειοκράτες που έχουν προαποφασίσει να χωρίσουν.
Όσοι είχαν μέχρι τότε αυταπάτες έπρεπε να τις χάσουν. Κάθε τοπική γραφειοκρατία ξεκινά αγώνα δρόμου για να προλάβει τη σέρβικη, οικοδομώντας τον δικό της εθνικιστικό σκληρό πυρήνα, πρόπλασμα του μηχανισμού που θα την στηρίξει μετά την απόσχιση. Ούτε και ο Μιλόσεβιτς όμως είναι έτοιμος για μια κάθετη ρήξη που θα τον έφερνε αντιμέτωπο με όλους τους υπόλοιπους, όσο ο καθένας δεν ένοιωθε έτοιμος να βαδίσει μόνος του. Ετοιμαζόταν για το μέλλον. Πρώτο του μέλημα να υποτάξει εντελώς τις δυο σέρβικες δημοκρατίες της Βοϊβοντίνας και του Κοσσόβου, αλλά και το ανεξάρτητο Μαυροβούνιο στο Βελιγράδι πράγμα που κατάφερε με τις "αντιγραφειοκρατικές" κινητοποιήσεις, τις οποίες χρησιμοποίησε για να ρίξει τις κομματικές ηγεσίες αυτών των περιοχών.
Τα ομοσπονδιακά όργανα εξακολουθούν να ισχύουν ακόμα, αλλά οι αποφάσεις τους εκτελούνται ή μποϋκοτάρονται από την κάθε τοπική γραφειοκρατία ανάλογα με τα συμφέροντά της, Έτσι λοιπόν, τα όργανα αυτά μεταβάλλονται από μέσα συντονισμού σε πεδίο αντιπαραθέσεων ανάμεσα στις τοπικές γραφειοκρατίες. Αυτός ο αγώνας δρόμου κράτησε μόλις τρία χρόνια. Η δεύτερη εξέγερση στο Κόσσοβο και η καταστολή της το 89 επίσπευσε τα πράγματα.

Η διάλυση
του εργατικού κράτους

Τον Ιανουάριο του 90 θα έρθει η έκρηξη και το τέλος. Στο 14ο Συνέδριο της ΕΚΓ διαλύθηκε και τυπικά η υποκριτική ενότητα των τοπικών γραφειοκρατιών. Την αποχώρηση των σλοβένων από τις εργασίες του συνεδρίου διαδέχτηκε η πρόταση των κροατών για αναβολή του. Κατά της αναβολής τάχθηκαν οι σέρβοι μαζί με τις -πιστές στον Μιλόσεβιτς πια- αντιπροσωπίες του Κοσόβου, της Βοϊβοντίνας και του Μαυροβουνίου. Με τους κροάτες συντάχτηκαν οι βόσνιοι και οι μακεδόνες. Το Συνέδριο διακόπηκε για να μη συγκληθεί ποτέ πια. Την επόμενη μέρα η ΕΓΚ διαλύθηκε και τυπικά στα εθνικά της μέρη. Η ΕΓΚ ήταν ο κυριότερος μηχανισμός του ενιαίου κράτους. Με περίπου 2,5 εκατ. μέλη είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω σε κάθε ξεχωριστή πτυχή της κρατικής μηχανής. Κάθε θραύσμα της ακολουθεί διαφορετική (αλλά ωστόσο πολύ παρόμοια) πορεία. Στη Σλοβενία διαλύεται και συγχωνεύεται με τα κόμματα της φιλοκαπιταλιστικής αντιπολίτευσης που είχαν ήδη συγκροτηθεί στο σλοβένικο έδαφος. Στην Κροατία διαλύεται για να προσχωρήσει το μεγαλύτερο μέρος των στελεχών της στην Κροατική Δημοκρατική Ενότητα του Τούτζμαν. Στη Σερβία μετονομάζεται σε Σοσιαλιστικό Κόμμα με ηγέτη πάντα τον Μιλόσεβιτς. Μαζί της διαλύθηκε στα εθνικά του μέρη και κάθε μηχανισμός του κράτους. Κάθε δημοκρατία ετοιμάζει τις δικές τις εκλογές με τα δικά της πολιτικά σχήματα ανακατανέμοντας τις κοινωνικές συμμαχίες στο στόχο της τελικής κρατικής απόσχισης. Κάθε δημοκρατία αγνοώντας τις υπόλοιπες κάνει τη δική της εξωτερική πολιτική. Συνάπτει προνομιακές σχέσεις με κάθε ιμπεριαλιστή ζητώντας τη βοήθεια του για να ανορθώσει τους μηχανισμούς του νέου αστικού κράτους στη θέση του διαλυμένου της Ομοσπονδίας. Το μόνο που λείπει ακόμα είναι η τυπική επικύρωση της απόσχισης. Ως τότε ο Άντε Μάρκοβιτς εξακολουθεί να είναι κοινός πρωθυπουργός. Κάθε δημοκρατία αντιμετωπίζει και οργανώνει το ζήτημα της παλινόρθωσης σαν εσωτερικό της πρόβλημα. Η πρώτη που νιώθει αρκετά έτοιμη για να αποσχιστεί είναι η Σλοβενία και δεν θα αργήσει να το κάνει.
Στη Γιουγκοσλαβία συμβαίνει ό,τι ακριβώς λαμβάνει χώρα την ίδια εποχή στα εκφυλισμένα εργατικά κράτη της Αν. Ευρώπης και στην πρώην ΕΣΣΔ. Οι αντιφάσεις που περιέκλειε το εργατικό κράτος δεν ήταν δυνατόν να παραμένουν άλυτες για πάρα πολύ. Η πολύ υψηλή μορφή των παραγωγικών σχέσεων προϋπέθετε μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που δεν μπορούσαν να επιτευχθούν μέσα στα εθνικά πλαίσια. Η φτώχεια του εργατικού κράτους εξαιτίας της απομόνωσής του και της διαρκούς πίεσης που υφίστατο από τον καπιταλιστικό περίγυρο έφερε το χωροφύλακα στη διανομή, τη γραφειοκρατία. Το παραπέρα βάθεμα των ανισοτήτων ανάμεσα στη γραφειοκρατία και την υπόλοιπη κοινωνία, οι ελλείψεις σε αγαθά κατανάλωσης, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της οικονομίας σε σχέση με τη Δύση αποδυνάμωναν διαρκώς το εργατικό κράτος. Η συσσώρευση των αντιφάσεων σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες πιέσεις της διεθνούς αγοράς οδηγούν στην αποδυνάμωση των κοινωνικών σχέσεων και στην ίδια τη διάλυση του εργατικού κράτους. Οι μεταβατικές κοινωνίες των εκφυλισμένων εργατικών κρατών δεν θα παρέμεναν πάντα στάσιμες. Ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν "παγώνει" απλά τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό αλλά δυνητικά την αντιστρέφει. Με την επέκτασή τους στο 1/3 του πλανήτη μετά το 2ο Παγκόσμιο πόλεμο πήραν μια ανάσα παράτασης που κράτησε αρκετά χρόνια. Πρόκειται όμως για συγκυριακά μορφώματα στην ανθρώπινη ιστορία. Σύμφωνα με τον Τρότσκυ, που διέγνωσε τον χαρακτήρα αυτών των κοινωνιών, το τέλος τους είναι η ίδια η εξέλιξή τους. Είτε προς το σοσιαλισμό (και αυτό θα ήταν αποτέλεσμα της επέκτασης της σοσιαλιστικής επανάστασης), είτε προς τον καπιταλισμό (και αυτό θα ήταν αποτέλεσμα ή κάποιας ιμπεριαλιστικής επέμβασης, ή μιας αντεπανάστασης). Η ιστορία ακολούθησε τον τελευταίο δρόμο.
Η διαδικασία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, όπως και κάθε ζωντανή διαδικασία, δεν είναι ευθύγραμμη και εξελικτική. Υπάρχουν τομές, πισωγυρίσματα και τελικά άλματα που μεταβάλλουν την συσσωρευμένη ποσότητα σε νέα ποιότητα. Η διάλυση του εκφυλισμένου εργατικού κράτους σε εθνικά αστικά κράτη ξεκινά σαν μια πορεία μεταρρυθμίσεων στην οικονομική βάση της κοινωνίας, αλλά ολοκληρώνεται μόνο με μια κοινωνική αντεπανάσταση στο εποικοδόμημά της. Η κατάρρευση των εργατικών κρατών οριστικοποιείται με την εγκαθίδρυση φιλοκαπιταλιστικών κυβερνήσεων που εισάγουν την οικονομία της αγοράς, προωθούν την ιδιωτικοποίηση και τις "θεραπείες-σοκ" και ξεκινάνε -όπου αυτό είναι αναγκαίο- τις εθνικές εκκαθαρίσεις που είναι απαραίτητες για το σχηματισμό εθνικής αστικής τάξης. Ο Τρότσκι τονίζοντας την καθοριστική σημασία του πολιτικού εποικοδομήματος, έγραφε στην "Ταξική φύση της ΕΣΣΔ": "Ενώ το αστικό κράτος περιορίζεται μετά την επανάσταση, στο ρόλο της αστυνομίας, αφήνοντας την αγορά στους δικούς της νόμους, το εργατικό κράτος αναλαμβάνει τον άμεσο ρόλο του οικονομολόγου και του οργανωτή. Η αντικατάσταση ενός πολιτικού καθεστώτος από ένα άλλο ασκεί μόνο μια έμμεση και επιφανειακή επίδραση στην οικονομία της αγοράς. Αντίθετα η αντικατάσταση της εργατικής κυβέρνησης από μια αστική ή μικροαστική κυβέρνηση αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην καταστροφή της αρχής του σχεδίου, στη συνέχεια στην παλινόρθωση της ατομικής ιδιοκτησίας. Σε αντιδιαστολή με τον καπιταλισμό, ο σοσιαλισμός δεν οικοδομείται αυθόρμητα αλλά συνειδητά. Η πρόοδος προς το σοσιαλισμός είναι αχώριστη απ' αυτή την κρατική εξουσία που επιθυμεί το σοσιαλισμό ή αναγκάζεται να τον επιθυμεί".
Οι κυβερνήσεις των νέων αυτών κρατών είναι αστικές κυβερνήσεις και άμεσοι σύμμαχοι του ιμπεριαλισμού. Το κράτος, ως μηχανισμός επιβολής της ταξικής κυριαρχίας, δεν υπερασπίζεται πλέον τις μη-καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά έχει μετατραπεί σε όργανο των παλινορθωτικών κυβερνήσεων και του ιμπεριαλισμού με στόχο την καταστροφή των παλιών σχέσεων και το πέρασμα στον καπιταλισμό. Το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων παραμένει κρατικό δεν αναιρεί στον παραμικρό βαθμό το χαρακτήρα των νέων κρατών. Η ύπαρξη κρατικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να ταυτίζεται με το εργατικό κράτος. Το εργατικό κράτος δεν κρατικοποιεί απλά τα μέσα παραγωγής. Συνδυάζει τις κρατικοποιήσεις αυτές με το σχεδιασμό της οικονομίας και το κρατικό μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου. Η κρατικοποίηση συνδυάζεται με την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών και την κατάργηση της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής μέσα στα πλαίσια του εργατικού κράτους. Απαραίτητη προϋπόθεση για να συμβούν αυτά είναι η εγκαθίδρυση μιας εργατικής κυβέρνησης που εξαρθρώνει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και οργανώνει συνειδητά την οικονομία προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Ακόμα και μετά τον πολιτικό εκφυλισμό του εργατικού κράτους, η γραφειοκρατία αναγκαζόταν να επιθυμεί τη διατήρηση των μη-καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής γιατί αυτές αποτελούσαν τη βάση των προνομίων της έστω κι αν μακροπρόθεσμα υποσκάπτει το εργατικό κράτος.
Η κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου του εξωτερικού εμπορίου διέλυσε την ασφαλιστική δικλείδα της μεταβατικής οικονομίας επιτρέποντας την ανεξέλεγκτη εισροή εμπορευμάτων από το εξωτερικό, που εξαιτίας της υψηλότερης παραγωγικότητας της εργασίας και του χαμηλότερου κόστους παραγωγής γίνονται ανταγωνιστικά προς τα κρατικά προϊόντα και τα εκτοπίζουν. Το φυσικό αποτέλεσμα είναι η καταστροφή της αρχής του σχεδίου και η ανεξέλεγκτη απελευθέρωση των νόμων της αγοράς. Τα κρατικά τραστ προκειμένου να επιβιώσουν μπαίνουν αναγκαστικά σε ανταγωνισμό μεταξύ τους δίπλα στις ιδιωτικές επιχειρήσεις που δημιουργούνται. Δίπλα στην παλιά κρατική γραφειοκρατία αναπτύσσεται ένα κομμάτι πρώην γραφειοκρατών που εκμεταλλεύεται την οικονομική συγκυρία, επιδιδόμενο στις σημερινές ιδιαίτερα κερδοφόρες δραστηριότητες της "μαύρης αγοράς" και της "μαφίας".
Η κατάργηση των συμβόλων (η αλλαγή της σημαίας, η πτώση των αγαλμάτων, η κατάργηση των επετειακών παρελάσεων κτλ.),και πολύ περισσότερο η αλλαγή του προηγούμενου νομικού πλαισίου που στήριζε τις κατακτήσεις του εργατικού κράτους δεν είναι τυχαία στοιχεία σ' αυτή τη διαδικασία. Αντανακλούν στο επίπεδο του εποικοδομήματος τη συνειδητή κατεύθυνση των νέων κυβερνήσεων προς την καπιταλιστική παλινόρθωση.

Μια αντεπανάσταση
καθόλου αναίμακτη

Η αντεπανάσταση ακολούθησε διαφορετικό δρόμο σε κάθε εκφυλισμένο εργατικό κράτος. Στη μεγάλη πλειοψηφία ήταν μια λίγο πολύ αναίμακτη διαδικασία. Συχνά μάλιστα οι ίδιες οι μάζες και οι κινητοποιήσεις τους φαίνονταν να επισπεύδουν αυτή τη διαδικασία, γεγονός που μπέρδεψε πολλούς τροτσκιστές. Δεν είναι όμως η ποσότητα της βίας που χαρακτηρίζει μια κοινωνική μεταβολή, αλλά το κοινωνικό της περιεχόμενο. Η αντεπανάσταση, όπως και η επανάσταση, όπως και κάθε άλμα προς τα μπρος ή προς τα πίσω χρησιμοποιούν μόνο την "αναγκαία ποσότητα βίας" που θα επιφέρει τη νέα ποιότητα, την αλλαγή. Η βία δεν είναι το αποτέλεσμα προθέσεων όπως νομίζουν κάποιοι ηθικολόγοι, αλλά ζήτημα συσχετισμών. Υπήρχαν σοσιαλιστικές επαναστάσεις που ήταν σχεδόν αναίμακτες με πιο κραυγαλαίο παράδειγμα την Ουγγαρία. Ακόμα και η ρώσικη Οκτωβριανή επανάσταση τους μόνους νεκρούς που μέτρησε ήταν αυτοί που πέθαναν στην έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα άλματα της ιστορίας προς τα πίσω.
Η αντεπανάσταση στα εργατικά κράτη δεν βρήκε κάποιον να της κόψει το δρόμο. Ο κρατικός μηχανισμός ήταν απόλυτα ξεχαρβαλωμένος που αρκούσαν εσωτερικές εκκαθαρίσεις για να συνεχίσει να υπακούει στα παλιά αφεντικά τους γραφειοκράτες που τώρα πια είχαν νέα σχέδια. Το δρόμο της αντεπανάστασης μπορούσε να τον κόψει μόνο η εργατική τάξη, αλλά δεν το έκανε. Αποξενωμένη από την άσκηση της πολιτικής κάτω από γραφειοκρατική καταστολή δεκαετιών έμεινε παθητικός θεατής και τελικά εύκολο θύμα της διαδικασίας. Πρακτικά βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο λύσεις. Την πορεία προς τον καπιταλισμό, ή την συνέχιση του καθεστώτος ως έχει. Η πρώτη λύση σήμαινε διάλυση κάθε κατάκτησης, αλλά αυτό δεν της το είπε κανένας. Αντίθετα μια τεράστια καμπάνια που εξαπέλυε ταυτόχρονα η γραφειοκρατία και ο ιμπεριαλισμός βομβάρδιζαν καθημερινά τους εργάτες με τα "πλεονεκτήματα" της ελεύθερης αγοράς. Δηλαδή τα καταναλωτικά προϊόντα στα οποία, τάχα, θα είχαν όλοι πρόσβαση και τις αστικοδημοκρατικές ελευθερίες που είχε στερήσει η σταλινική καταστολή. Η δεύτερη λύση σήμαινε συνέχιση της αφόρητης κατάστασης που βίωναν οι μάζες. Τα σταλινικά καθεστώτα ήταν πλέον τόσο μισητά που δεν βρέθηκε κανείς να τα υποστηρίξει. Υπήρχε βέβαια και μια τρίτη λύση. Η ανατροπή των γραφειοκρατών, η υπεράσπιση των εργατικών κατακτήσεων, η αναζωογόνηση της εργατικής δημοκρατίας των σοβιέτ και η εξάπλωση της επανάστασης. Η λύση της πολιτικής επανάστασης ενάντια στο σταλινισμό. Η διέξοδος αυτή προϋποθέτει ένα επίπεδο συνείδησης και μια οργάνωση της ίδιας της τάξης προς αυτό το σκοπό, η οποία δεν γεννιέται αυθόρμητα, αλλά είναι το αποτέλεσμα της συνειδητής δράσης της πρωτοπορίας της τάξης, δηλαδή η ύπαρξη ενός επαναστατικού κόμματος. Κάτι τέτοιο απλά δεν υπήρχε.
Η ταύτιση της γραφειοκρατίας με το ίδιο το κράτος είναι αυτή που μετέτρεψε το μίσος των μαζών προς αυτή σε αδιαφορία τους προς το κράτος. Η απουσία ανεξάρτητων ταξικών οργάνων, που να μην ελέγχονται απόλυτα από κάθε είδους γραφειοκράτες, σε αυτές τις χώρες είναι που έκανε την αντεπανάσταση τόσο εύκολη υπόθεση. Όταν τέθηκε πια το ζήτημα "να τελειώνουμε επιτέλους με αυτό το κράτος", αυτό είχε εκφυλιστεί τόσο απόλυτα που δεν βρέθηκε κανείς να το υποστηρίξει. Ο Χατζηπροδρομίδης στο βιβλίο του "Γιουγκοσλαβία η έκρηξη του Εθνικισμού" είναι πολύ διαφωτιστικός περιγράφοντας την ακόλουθη σκηνή μέσα από τα γήπεδα της Γιουγκοσλαβίας: "Εσείς είστε του Τίτο, ο Τίτο είναι δικός σας" φωνάζουν οι οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα στους φίλαθλους της Παρτιζάν και αυτοί το θεωρούν βρισιά, γιατί κανείς πια δε φωνάζει το σύνθημα που κυριαρχούσε για δεκαετίες: "Εμείς είμαστε του Τίτο, ο Τίτο είναι δικός μας".


Η εθνοκάθαρση αναπόσπαστο τμήμα της αντεπανάστασης

Αν και δεν υπήρχε καμία διάθεση να εμποδίσει κανείς τους νόμους της ελεύθερης αγοράς, αντίθετα βρέθηκαν πολλοί να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην πολυεθνική συμβίωση. Οι μεικτές οικογένειες, η ελεύθερη διακίνηση, οι διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε αλλοεθνείς ήταν οι υλικοί λόγοι για μια τέτοια αντίσταση. Γι αυτό και παρά την εθνικιστική εκστρατεία που άγγιζε τα όρια της υστερίας, δεν ήταν λίγοι αυτοί που προσπάθησαν να αντισταθούν στη διάλυση. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η αντίσταση η αντεπανάσταση χρησιμοποίησε την "αναγκαία ποσότητα βίας", που σημαίνει 300.000 νεκρούς και πάνω από 2 εκατ. πρόσφυγες.
Η αρχή έγινε στην Κράϊνα και η κορύφωσή της στο σφαγείο της Βοσνίας. Σε αντιδιαστολή με την κυρίαρχη άποψη, ο πόλεμος στη Βοσνία δεν ήταν σύγκρουση ανάμεσα σε σέρβους, κροάτες και μουσουλμάνους, αλλά η συνασπισμένη επίθεση και των τριών εθνικιστικών στρατών ενάντια στον άμαχο πληθυσμό με στόχο την εθνική του εκκαθάριση. Τα στρατόπεδα σε αυτόν τον πόλεμο ήταν δύο: Από τη μια οι τρεις εθνικισμοί με τους στρατούς τους, τους μισθοφόρους τους, τα βαριά όπλα, τα ΜΜΕ. Από την άλλη οι γιουγκοσλάβοι εργάτες, οι αγρότες έτσι όπως είχαν διαχυθεί σε μια μάζα αμάχων που έτυχε να βρεθεί στη μια ή στην άλλη πλευρά των συνόρων. Οι νεκροί από αυτή τη σφαγή προφανώς δεν θα καταμετρηθούν ποτέ. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται ανάμεσα στις 200 και 250 χιλιάδες. Ωστόσο όλοι συμφωνούν σε ένα στοιχείο: το 90% των θυμάτων ήταν άμαχοι. Όποιος ήθελε να ζήσει έπρεπε να φύγει ή να πολεμήσει. Τον δρόμο προς τη δυτική Ευρώπη πήραν 700.000 άνθρωποι. 1.800.000 είναι αυτοί που είναι πρόσφυγες στην ίδια τους την παλιά χώρα, αλλά όντας αναγκασμένοι να παρατήσουν το σπίτι τους έχουν μετακινηθεί στις περιοχές των ομοεθνών τους.
Οι μάζες της Γιουγκοσλαβίας έδωσαν τη μάχη ενάντια στην εθνοκάθαρση και την έχασαν. Όμως δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως η εθνοκάθαρση ήταν άμεσα δεμένη με την παλινόρθωση. Όταν διαδήλωναν ενάντια στον εθνικισμό, σήκωναν τη σημαία της Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Και εδώ έλειψε η οργανωμένη πρωτοπορία που θα σήκωνε την κόκκινη σημαία.
Αντίθετα δεν έλειψαν οι κάθε είδους πολιτικοί καλοθελητές που έσπευσαν να βοηθήσουν να περιοριστεί η ογκούμενη αντίδραση σε πασιφιστική-παθητική διαμαρτυρία. Το αντιπολεμικό κίνημα που γεννιόταν αυθόρμητα, διαμορφωνόταν πολιτικά κάτω από την παρέμβαση συνειδητών πολιτικών δυνάμεων και φορέων. Στο αντιπολεμικό κίνημα της Γιουγκοσλαβίας οι εργάτες, οι αγρότες οι έντιμοι διανοούμενοι, συναντιούνταν και διαλύονταν σε μια μάζα που ζητούσε επιχειρήματα να αντισταθεί στο εθνικιστικό σφαγείο. Μόνο η εργατική τάξη διατηρώντας την αυτονομία της από τις αστικές αντιλήψεις θα μπορούσε να ηγεμονεύσει διαμορφώνοντας το πολιτικό στίγμα του κινήματος σε μια ολόπλευρη σύγκρουση με τους εθνικιστές - παλινορθωτές. Αλλά αυτό είναι ένα έργο που θα μπορούσαν να το φέρουν σε πέρας μόνο οι δυνάμεις του επαναστατικού μαρξισμού και αυτές απουσίαζαν. Οι ευθύνες ενός κομματιού της αριστεράς σε αυτή την εξέλιξη είναι τεράστιες, αφού έδωσε κάλυψη και τελικά αναπαρήγαγε η ίδια τα κοσμοπολίτικα αστικοδημοκρατικά οράματα, καλλιεργώντας την πρακτική των πανανθρώπινων (δηλ. υπερταξικών) εκκλήσεων για κοινή δράση, που όχι μόνο εμπόδισε το κίνημα που διαμορφωνόταν να αναδείξει τον ανεξάρτητο ταξικό πολιτικό του λόγο, αλλά τελικά το οδήγησε σε κοινό μέτωπο με τους αστούς κοσμοπολίτες κάτω από την ηγεσία των τελευταίων. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε, το οδήγησε στην αγκαλιά των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών που είχαν τους δικούς τους λόγους να κρύβουν τα συμφέροντά της ανάμειξής τους κάτω από τη μάσκα του αστικού ουμανισμού.

Το χάος της καπιταλιστικής
παλινόρθωσης

Ο όρος καπιταλιστικό χάος είναι ο καλύτερος για να περιγράψει κανείς την κατάσταση που επικρατεί στη βάση των νέων αστικών κρατών που προέκυψαν από τη διάλυση της Ομοσπονδίας. Ο πόλεμος ήρθε μόνο να επιταχύνει τα φαινόμενα και να τα οδηγήσει στα άκρα του. Μετά τον πόλεμο, κάθε κράτος ακολούθησε πλέον τη δική του ανεξάρτητη πορεία. Με το χωρισμό της Ομοσπονδίας όμως υπάρχουν οι χαμένοι και οι κερδισμένοι. Σλοβενία και Κροατία είναι στους πρώτους, αφού κατάφεραν να προσελκύσουν κάποια γερμανικά κεφάλαια. Οι φτωχές οικονομίες του Νότου είναι οι πιο αδικημένες. Ο μεγάλος χαμένος είναι σίγουρα η Σερβία που υπέστη το οικονομικό εμπάργκο.
Η διάλυση του εργατικού κράτους δεν κλείνει οριστικά το ζήτημα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Η διαδικασία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, είναι στην πραγματικότητα διαδικασία συγκρότησης αστικής τάξης από το πλευρό της παλιάς γραφειοκρατίας. Δεν αρκεί μόνο η πολιτική απόφαση των γραφειοκρατών για κάτι τέτοιο. Αστική τάξη σημαίνει καπιταλιστική συσσώρευση, σημαίνει κεφάλαια που θα επενδυθούν. Είναι άλλο πράγμα τα προνόμια της σταλινικής γραφειοκρατίας και άλλο πράγμα τα κεφάλαια μιας αστικής τάξης.
Η παραοικονομία, η μαφία το έγκλημα και το λαθρεμπόριο ίσως είναι η κύρια πηγή κεφαλαίου, παρά που δεν είναι δυνατό να υπάρξουν στοιχεία. Το εμπόριο του σεξ, των ναρκωτικών, των όπλων, το λαθραίο εμπόριο κάθε είδους, γίνεται με την υποστήριξη των "αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών", με τη βοήθεια της δημόσιας και ιδιωτικής αστυνομίας και στρατού, με τη χρηματοδότηση και την εγγύηση των τραπεζών, με την κάλυψη της κυβέρνησης. Εξαιτίας του πολέμου της Βοσνίας, και του εμπάργκο που επέβαλε ο ΟΗΕ στην Γιουγκοσλαβία, το εμπόριο αυτού του είδους άνθισε πραγματικά και επέφερε τεράστια κέρδη. Αποτελεί την καλύτερη επένδυση για όποιον θέλει να συσσωρεύσει γρήγορα και εύκολα.
Το μόνο "κεφάλαιο" που έχει στην "κατοχή της" η γραφειοκρατία σ' αυτά τα κράτη είναι το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου. Αλλά εδώ τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Από τη μια δεν το έχει ακριβώς στην κατοχή της, είναι ιδιοκτησία κρατική και δεν ανήκει σε κανένα γραφειοκράτη. Αυτό βέβαια λύνεται. Τα χρήματα από το ξεπούλημα της κρατικής ιδιοκτησίας βρίσκουν το δρόμο προς αυτούς μέσω του κρατικού μηχανισμού ή της παράκαμψής του με κάθε λογής μίζες και λαδώματα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι αυτές οι επιχειρήσεις δεν αποτελούν κανένα ανταγωνιστικό κεφάλαιο. Τη χαμηλή ανταγωνιστικότητά τους την καθορίζει η απαρχαιωμένη τεχνολογία, η χαμηλή παραγωγή και το τεράστιο κόστος. Όποιος θα τις αγοράσει πρέπει να ρίξει κεφάλαια για να τις κάνει ανταγωνιστικές παρά να περιμένει άμεσα κέρδη. Καθόλου ελκυστικές δεν είναι λοιπόν για τους καπιταλιστές που προτιμούν να επενδύουν στη μαύρη αγορά. Αυτή η κοινή πραγματικότητα στη Γιουγκοσλαβία συναντά ένα επιπλέον εμπόδιο. Η ανεξαρτησία της Κροατίας και της Σλοβενίας κυρίως, αλλά και των υπόλοιπων δημοκρατιών θρυμμάτισε τη ραχοκοκαλιά της Γιουγκοσλαβικής οικονομίας. Ο κεντρικός σχεδιασμός της ομοσπονδίας είχε κατανείμει με τέτοιο τρόπο την αλυσίδα παραγωγής ανάμεσα στις διάφορες δημοκρατίες, ώστε να βρίσκονται σε μια απόλυτη οικονομική αλληλεξάρτηση. Ο χωρισμός της Ομοσπονδίας με σύνορα κατέστρεψε όλη την παραγωγική αλυσίδα της χώρας αφήνοντας κάποιους περισσότερο ή λιγότερο κατεστραμμένους. Το αποτέλεσμα είναι ότι, εκτός από όσα λίγα έχουν αγοραστεί από ξένους κυρίως επενδυτές, τα περισσότερα εργοστάσια να υπολειτουργούν.
Τα εργοστάσια στην πλειοψηφία τους είναι ακόμη κρατικά, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο των διευθυντών που κλέβουν σχέδια, περισσεύματα και κομμάτια από τις μηχανές και τα πουλάνε χωρίς να τους ελέγχει κανένας. Η ασυδωσία των διευθυντών καλύπτεται πλήρως από το κράτος. Το σέρβικο κοινοβούλιο την επαύριο του πολέμου στη Βοσνία ψήφισε ένα νόμο που επιτρέπει στους διευθυντές να απολύουν όποιον θέλουν χωρίς καμιά δικαιολογία. Η ανεργία έχει εκτιναχτεί στα ύψη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ανεξάρτητων συνδικάτων τις παραμονές των νατοϊκών βομβαρδισμών έφτάνε το 55% και το νούμερο αυτό πρέπει να είναι κοντά στην αλήθεια. Το επίσημο νούμερο είναι φυσικά μικρότερο, γιατί δεν υπολογίζει όσους εργάτες αναγκάζονται σε "υποχρεωτικές διακοπές" και "αναγκαστικές αργίες" που, φυσικά δεν τις πληρώνονται.
Ο Ράντε Πάβλοβιτς στο βιβλίο του "Οι εξελίξεις στη Σερβία και το εργατικό κίνημα" δίνει μια ζωντανή εικόνα της σέρβικης κοινωνίας μετά τον πόλεμο της Βοσνίας και δυο χρόνια πριν τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς: "Πίσω από αυτή την επίφαση δημοκρατίας η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή, βίαιη και δικτατορική. Συζητιέται δημόσια πλέον για το πόσα γερμανικά μάρκα ξοδεύτηκαν προκειμένου να εξαγοραστούν οι αναποφάσιστοι (ή οι περισσότερο πανούργοι) βουλευτές του κοινοβουλίου του Μαυροβουνίου, ένα σώμα υποτίθεται που βασίζεται πάνω σε πολιτικές αρχές και στον πολιτισμό, αλλά που τα μέλη του ακολουθούν το δόγμα ότι "είναι ανάγκη τα λεφτά για να κάνεις πολιτική και χρειάζεται η πολιτική για να κάνεις χρήματα". Στη Σερβία και το Μαυροβούνιο ο κόσμος έχει πια συνηθίσει στις πολιτικές της μαφίας, αλλά και σε μια μαφία που όλο και πιο πολύ ανακατεύεται στην πολιτική. Ο αρχηγός κάθε μαφιόζικης "οικογένειας" πρέπει να έχει το δικό του πολιτικό κόμμα. Δεν χρειάζονται πολλά μέλη γιατί σ' αυτές τις εποχές μπορείς άνετα να εξαγοράσεις δημοσιογράφους χωρίς αρχές. Στην πραγματικότητα ο σκληρός ανταγωνισμός έχει ρίξει τις τιμές πολύ κάτω. Αν κανένας αφαιρέσει από τη Σερβία τους υψηλά ιστάμενους πολιτικούς και τα λεφτά που κυκλοφορούν μέσα στη μαφία -πράγμα το οποίο είναι πολύ δύσκολο- η χώρα αυτή μπορεί να ειδωθεί σαν ένας τεράστιος χώρος συνεχώς αυξανόμενης φτώχειας. Είναι γεμάτη από άνεργους νέους. Από εργάτες που δεν παίρνουν μισθό και από αγρότες χωρίς σύνταξη".
Τελικά χρειάστηκαν 10 χρόνια ύπαρξης αστικών κρατών για να κυκλοφορήσει σαν μαύρο ανέκδοτο ανάμεσα στους λαούς αυτούς η διαπίστωση "Μας έλεγαν ψέματα για τον κομμουνισμό, αλλά είχαν δίκιο για τον καπιταλισμό".

Η μοναχική πορεία της Σερβίας

Το όχημα της "Μεγάλης Σερβίας" σαν το ιδεολογικό επικάλυμμα της παλινόρθωσης και ο Μιλόσεβιτς σαν ενσαρκωτής του ήταν το απαραίτητο βήμα για τη διάλυση της ομοσπονδίας. Η ταχτική όμως αυτή έφτασε κάποτε στα όριά της.
Η σερβική κοινωνία ζούσε σε ημι-εμπόλεμη κατάσταση για πάνω από 10 χρόνια. Η διατήρηση αυτής της "κατάστασης εγρήγορσης" έγινε πολυδάπανη. Το σέρβικο κράτος έδινε ένα τεράστιο μέρος των πόρων του για να διατηρεί το κλίμα πολέμου. Δεν είναι τυχαίο πως ήταν αναγκασμένο να διατηρεί την μεγαλύτερη (αναλογικά με τον πληθυσμό) αστυνομική δύναμη στον κόσμο. Από ένα σημείο αυτή η κατάσταση λειτουργούσε σαν απόλυτο εμπόδιο για τον παραπέρα πλουτισμό της νεαρής αστικής σέρβικης τάξης. Ο λόγος ήταν οι σχέσεις που στο μεταξύ είχαν διαμορφωθεί με τον ιμπεριαλισμό, εξαιτίας ακριβώς αυτής της ταχτικής, καθώς εμπόδιζε τους ιμπεριαλιστές να επιβάλλουν τη "Νέα Τάξη" τους στην περιοχή. Η ετοιμοπόλεμη Σερβία που καλλιεργεί τον αλυτρωτισμό, αποτελεί ένα διαρκές παράγοντα αποσταθεροποίησης, ένα εμπόδιο που πρέπει να βγει από τη μέση. Αυτή την πραγματικότητα προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν με την πίεση του διπλωματικού αποκλεισμού και του εμπάργκο και όταν δεν τα κατάφεραν, κατάφυγαν στους περσινούς βομβαρδισμούς. Οι βομβαρδισμοί ήταν το οριακό σημείο για την υπόθεση της "Μεγάλης Σερβίας". Ο απολογισμός του εθνικού οράματος όχι μόνο δεν έδωσε την υποσχόμενη επέκταση, αλλά έφερε και συρρίκνωση οδυνηρή για μια ξεχαρβαλωμένη κοινωνία με την επόμενη μέρα ξημερώνει εξαιρετικά δύσκολη. Στους ανέργους θα πρέπει να προστεθούν όλοι αυτοί που έχασαν τις δουλειές τους γιατί τα εργοστάσια έγίναν ερείπια. Υπολογίζονται περίπου στο μισό εκκατ. Στο διαλυμένο σύστημα υγείας θα πρέπει να προστεθούν τα κατεστραμμένα νοσοκομεία. Δεν είναι εύκολο για τον Μιλόσεβιτς να πείθει το λαό της Σερβίας πως ...νίκησε για ακόμη μια φορά και ήδη η θέση του ήταν σοβαρά κλονισμένη και ο ίδιος υπο αμφισβήτηση. Η Κράινα είναι οδυνηρή ανάμνηση, η Βοσνία μια ντροπή που προσπαθούν όλοι να ξεχάσουν, το Κόσσοβο που θα το "υπερασπιστούμε μέχρι το τέλος" κάτω από τις αμερικάνικες μπότες και σειρά παίρνει το Μαυροβούνιο. Η νεαρή σέρβικη αστική τάξη κατάλαβε ότι μόνο ήττες μπορεί να γνωρίσει στο μέλλον αν συνεχίσει την ίδια τακτική. Επιτέλους, το εμπάργκο πρέπει να τελειώσει, οι ιμπεριαλιστές να δώσουν κεφάλαια, να γίνουν επενδύσεις, η ημι-εμπόλεμη κατάσταση να πάρει τέλος, τα εργοστάσια να δουλέψουν… Με άλλα λόγια, ο Μιλόσεβιτς (τόσο χρήσιμος στην αρχή) τώρα πρέπει να τελειώνει, να αναλάβει κάποιος άλλος που να χαίρει της υποστήριξης ευρωπαίων και αμερικάνων. Η μεταστροφή της αστικής τάξης μετά τον πόλεμο ήταν σχεδόν πλήρης, καθώς με γοργούς ρυθμούς εγκατέλειπαν τον Μιλόσεβιτς. Το ίδιο και οι πολιτικοί εκφραστές της, που κατά καιρούς είχαν αναλάβει υπουργεία στις κυβερνήσεις του Μιλόσεβιτς και εγκαταλείποντας το πλοίο που βουλιάζει, ένωναν τώρα ένας-ένας τη φωνή του στην "ενωμένη αντιπολίτευση". Στην επιχειρούμενη αλλαγή πλεύσης είχαν την σκανδαλωδώς αμέριστη βοήθεια από τους ιμπεριαλιστές. Οι εκλογές έπρεπε απλά να νομιμοποιήσουν το όλο εγχείρημα. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαν κανένα άλλο νόημα, το αποτέλεσμά τους το είχαν όλοι αποφασίσει από την αρχή. Το μόνο που έμενε ήταν να "πειστεί" με έναν τρόπο ο Μιλόσεβιτς να αποχωρήσει. Καθόλου εύκολο, αφού τόσο ο ίδιος, όσο και η κλίκα γύρω του είχαν γαντζωθεί γερά από το κρατικό μηχανισμό και τις απολαβές που προέκυπταν από αυτές. Χρειάστηκαν τα γεγονότα στο Βελιγράδι.

Μετά τις εκλογές

Η αντιπολίτευση χρησιμοποίησε τις κινητοποιήσεις των μαζών για να "πιέσει" το Μιλόσεβιτς σε αποχώρηση. Είναι κοινό μυστικό οι διαπραγματεύσεις του Κοστούνιτσα τις μέρες των γεγονότων με τον ίδιο τον Μιλόσεβιτς, τους στρατιωτικούς και κάθε άλλον που θα μπορούσε να εμποδίσει τη διαδικασία μετάβασης. Φυσικά, οι χιλιάδες που διαδήλωσαν στους δρόμους δεν ήταν πιόνια των ιμπεριαλιστών. Είχαν πολλούς λόγους να είναι οργιζόμενοι με το Μιλόσεβιτς και να ζητάν την πτώση του. Είναι ο καταπιεστικός μηχανισμός που χρησιμοποιούσε ο Μιλόσεβιτς για να επιβάλλεται, είναι η δυσφορία από την ημι-εμπόλεμη κατάσταση που δεν οδηγεί σε ορατή διέξοδο και, πάνω απ' όλα, είναι το απίστευτα χαμηλό βιοτικό επίπεδο που ζούσαν οι εργαζόμενες σέρβικες μάζες, με την τεράστια ανεργία, τους εξευτελιστικούς μισθούς, τα πανάκριβα είδη πρώτης ανάγκης, τη διάλυση κάθε είδους κρατικής πρόνοιας. Η δυσφορία αυτή βρήκε έναν στόχο (τον Μιλόσεβιτς) και μια διέξοδο (την άνοδο της αντιπολίτευσης στην εξουσία). Το να βαφτίσουμε όμως αυτή την κατάσταση "επανάσταση", όπως επιχειρεί να κάνει μεγάλο κομμάτι της αριστεράς είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Η κινητοποίηση οργανώθηκε και ελεγχόταν μέχρι τέλους από την αντιπολίτευση σε συνεργασία με τους ιμπεριαλιστές και ούτε μια στιγμή δεν βγήκε από αυτά τα όρια. Γι' αυτό και την πανηγύρισαν την επόμενη μέρα οι κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών κρατών και ο τύπος τους. Δεν είναι δυνατόν όλοι τούτοι να γίνονται "αντικειμενικοί υποστηριχτές" μιας προοδευτικής κοινωνικής κινητοποίησης ενάντια στα συμφέροντά τους. Το άδικο είναι προφανώς στους μαρξιστές που αξιολογούν τα γεγονότα στο Βελιγράδι με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν και οι κυβερνήσεις του ιμπεριαλισμού.
Το αδύνατο σημείο του Κουστονίτσα είναι ότι θα πρέπει να σταθεί στο ύψος των τόσο διαφορετικών προσδοκιών που αποτέθηκαν πάνω του και είναι αντικρουόμενες. Πρέπει και τα σχέδια των ιμπεριαλιστών να υπηρετήσει, αλλά και το αντιιμπεριαλιστικό αίσθημα των μαζών (που ακόμα μετράει τις πληγές του από τους βομβαρδισμούς) να ικανοποιήσει. Πρέπει και τους σέρβους αστούς να αφήσει ασύδοτους, αλλά και ανταποκριθεί στους πόθους των εργαζόμενων μαζών να βελτιώσουν την ανυπόφορη κατάστασή τους. Πρέπει και ήρεμη δύναμη να δείχνει στα Βαλκάνια, αλλά και να διευθετήσει τις εκκρεμότητες στο εθνικό (Κόσσοβο, Μετόχια, Μαυροβούνιο, Βοϊβοντίνα). Αυτή η δύσκολη κατάσταση τον αναγκάζει να φέρεται σαν καραγκιόζης. Στην περίφημη συνέντευξή του στα αμερικάνικα ΜΜΕ αναγκάστηκε να κάνει "δηλώσεις νομιμοφροσύνης" λέγοντας για τα σερβικά εγκλήματα στο Κόσσοβο, αλλά απευθυνόμενος στο εσωτερικό της Σερβίας ήταν αναγκασμένος να λέει ότι οι δημοσιογράφοι μοντάρισαν λάθος τη συνέντευξη(!), αυτός δεν είπε ποτέ τέτοια πράγματα, το Κόσσοβο παραμένει πάντα σερβικό κλπ, κλπ.
Είναι σίγουρο ότι τα χρήματα που είναι διατεθειμένοι να δώσουν οι ιμπεριαλιστές θα αμβλύνουν προσωρινά τις αντιθέσεις αυτές, δεν είναι δυνατόν όμως ούτε να τις λύσουν, ούτε καν να τις διαχειρίζονται επ' αόριστον. Η σταθερότητα που ονειρεύονται οι ιμπεριαλιστές απέχει πολύ μακριά ακόμα από το έδαφος της Σερβίας.

Δεκέμβρης 2000

 

Επιστροφή στην αρχή του άρθρου | Αρχική Σελίδα


Στείλε το άρθρο με e-mail
e-mail παραλήπτη: Εκτύπωση Εκτύπωση του άρθρου